Περισσότερα... »
skip to content
Aitoloakarnania Blogs » Πειρατής | |||
|
Τα επιλεγμένα blogs του νομού Αιτωλοακαρνανίας με μια ματιά |
|||
53879 άρθρα από 86 πηγές
Aa - Zz
(13053)
Αα - Ωω
(40826)
Ο μοναχογιός βουλευτής του Νομού όπως όλοι οι γόνοι βουλευτών, στην αρχή ήταν πυρ και μανία με το κατεστημένο. Στο Πανεπιστήμιο του εξωτερικού όπου σπούδαζε συνδέθηκε με αντιεξουσιαστές και προσπαθούσε με αερολογίες να ανατρέψει το κατεστημένο. Φυσικά το κατεστημένο ούτε γρατζουνιά δεν πάθαινε καθότι συνήθως καταρρέει με θυσίες και αίμα, αλλά αυτός ήταν πολύ μικρός για να το καταλάβει. Για να πούμε την αλήθεια στην πραγματικότητα είχε μπλέξει με μια γκομενίτσα πολύ μανούλι η οποία ήταν αναρχικιά κι αυτό ήταν όλο. Κάθε φορά που γυρνούσε στην πατρίδα γινότανε τρικούβερτοι καυγάδες με τον πατέρα του, που προσπαθούσε να του παραδώσει την έδρα και να τον γνωρίσει με τους παράγοντες του κόμματος. Όμως αυτός βράχος ακλόνητος. Αφού τελείωσε με κάτι χρόνια καθυστέρηση τις σπουδές και τον παράτησε και η αναρχικιά άρχισε να καταλαβαίνει με τρόμο ότι έπρεπε να δουλέψει για να ζήσει καθότι ο πατέρας του του ξεκαθάρισε ότι με αυτά τα μυαλά που κουβαλάει δεν πρόκειται να τον ταΐζει μια ζωή. Έτσι ο «μάγκας» τα βρήκε μπαστούνια κι άρχισε να ρίχνει νερό στο κρασί του, αντιλαμβανόμενος ότι η πιο ξεκούραστη καλοπληρωμένη δουλειά ήταν η δουλειά του πατέρα του, το βουλευτιλίκι. Δυό μήνες τρέξιμο και τέσσερα χρόνια αραλίκι στο «Εθνομπουρδέλο». Κι από ρεμάλι, έγινε κήρυκας αρχών ανεξάρτητα αν τις πίστευε ή όχι. Άλλωστε ένας καθώς πρέπει βουλευτής πρέπει να έχει σε μια γωνιά του μυαλού του ότι οι αρχές είναι για να μαζεύονται οι αφελείς και το ρουσφέτι το δόλωμα στο αγκίστρι. Εφαρμόζοντας λοιπόν όλη την κουτοπονηριά του κλασικού πολιτευτή βρέθηκε στα βουλευτικά έδρανα κι αυτός. Τι έχανα τόσα χρόνια το κορόιδο σκέφτονταν. Και να οι υποκλίσεις και τα μεγαλεία και οι «μάσες» οι καλές και να κρέμονται στην επαρχία του όλοι από τα χείλη του. Η πρώτη θητεία ήταν κάτι σαν τη διαφήμιση: «όνειρο ζώ μη με ξηπνάτε» καθώς μάθαινε και τα καλά τα κόλπα από τους παλιότερους κι ανακάλυπτε καινούργιους τρόπους για το πώς γίνονται οι δουλειές. Άρχισαν και τα ταξίδια στο εξωτερικό και ταξίδεψε ο Εθνοπατέρας στα πέρατα της οικουμένης με χρήματα και εις υγείαν των κορόιδων. Κι ενώ όλα πήγαιναν καλά ήρθαν εκείνα τα καταραμένα τα μνημόνια και έχασε τα' αυγά και τα καλάθια. Μέχρι και σε άτακτη φυγή προ γιαουρτώματος βρέθηκε . Όμως δεν τα παράτησε οργανώθηκε για να ξανακατέβει στις επικείμενες εκλογές, το εκλεκτό τέκνο του Νομού για να ανασάνει ο χειμαζόμενος και φτωχευόμενος λαός. Κατέφυγε και στα μεγάλα μέσα. Αμόλησε τους κολαούζους του σε γνωστούς και φίλους όπου τους κοινοποιούσε εμπιστευτικά ότι τα διαδραματιζόμενα ήταν για τους πολλούς , για φίλους κι εκλεκτούς υπάρχουν πάντα περιθώρια. Ότι πάντα γινόταν διορισμοί ακόμα και όταν έδιωχναν κόσμο από το Δημόσιο. Έλα όμως που τα ψάρια δεν τσιμπούσαν τώρα πια το ύποπτο το δόλωμα, υποπτευόμενα πάλι «πουστιά» στο κατά βάθος. Κι όλα τα κόλπα της πολιτικής απάτης πέφτουν στο κενό ...;. Τώρα απελπισμένος πια, και με τη σκέψη ότι μένει έξω απ' το παιχνίδι παίζει το τελευταίο του χαρτί. Αν δείτε κάποιον με ατσαλάκωτο κουστούμι να μοιράζει φυλλάδια με την μουτσούνα του, μη τον μουντζώνετε, πάρτε ένα τουλάχιστον. Θα κάντε Ψυχικό.
Τυχόν συσχετισμός με την πραγματικότητα και πρόσωπα υπαρκτά γίνεται με δική σας πρωτοβουλία. Εγώ ουδέ μίαν ευθύνη φέρω.
Καστρινός
Πολύ κουβέντα τώρα τελευταία στα τηλεοπτικά κανάλια για τους ανθρώπους που η αδίστακτη κρίση κάνει να γυρίσουν στα χωριά τους. Μέχρι και διαφημίσεις βγάλανε με νεαρό ζευγάρι εξοπλισμένο με τελευταίας τεχνολογίας επιτεύγματα να ερωτοτροπεί επάνω στ' άχυρα. Είπαμε ρε πατριώτη η προπαγάνδα - προπαγάνδα άλλα όχι κι έτσι. Είναι ηλίθιοι η για κορόιδα ψάχνουνε ακόμα; Ποιος άνθρωπος με μυαλό στην κεφάλα του θα είχε λίγα στρέμματα γης σε κάμπο και θα έφευγε από το χωριό του, ποιος θα είχε τρόπο να ζήσει εκεί, και θα τα παρατούσε για να γίνει υπάλληλος κι εργάτης των χιλίων ευρώ μες τη χαβούζα της Αθήνας; Μ' αξιοπρέπεια να γυρίσουμε πίσω στη γη έλεγε πρωί -πρωί ο αλλοπαρμένος τηλεπαρουσιαστής, τσιράκι και κολαούζος του συστήματος. Ποια αξιοπρέπεια ρε αρχιρουφιάνε. Υπάρχει πια σ' αυτό τον τόπο η λέξη αυτή; Πού να την βρει την αξιοπρέπεια όταν δεν έχει πια εργασία και εισόδημα; Όταν το σπίτι που μπορεί να κατέχει στην Αθήνα (που το χρωστάει κι αυτό στις τράπεζες ) δεν πουλιέται ούτε για οικοδομικά υλικά; Όταν έχει χρεωθεί μέχρι το λαιμό γιατί είναι άνεργος επί ένα χρόνο; Θα βρει αξιοπρέπεια επενδύοντας σε νέες ανταγωνιστικές καλλιέργειες . Έτσι του είπαν για να πει και έτσι έλεγε. Μάλιστα. Μα αν έχεις χρήματα να επενδύσεις ρε κοπρόσκυλο προφανώς έχεις και χρήματα να ζήσεις στην Αθήνα ή στα αστικά κέντρα. Δεν άκουσες ποτέ εσύ αυτό που λέει ο λαός «όπου φτωχός και η μοίρα του». «Με πορδές δεν βάφουν αυγά» άκουγα από μικρός που λέγαν κάτω στο χωριό. Ούτε το παρατημένο σπίτι το Πατρικό συμμαζεύεται με τις καλές προθέσεις. Φούμαρα πάλι σου πουλάνε για μεταξωτές κορδέλες. Ενοχοποιούν την ύπαρξή σου και τον τρόπο της άθλιας πια ζωής σου. Αυτόν τον τρόπο ζωής που όσο τους εξυπηρετούσε, σου χάϊδευαν τ' αυτιά τάζοντας θέσεις στο Δημόσιο στη πόλη.. Τώρα αργά, μεθοδικά σε μαστιγώνουν για να επιλέξεις άλλη ρότα που θα σε βγάλει λέει από το τούνελ. Γι αυτό σου λέω: Δε μαζευόμαστε όλοι να κάνουμε μια ανατροπή της προκοπής που λέει και η διαφήμιση ...; Μπούτιβας Κώστας (Καστρινός)
Η μέρα ήτανε λαμπάδα, το πρώιμο καλοκαιράκι του Ευαγγελισμού που λένε σε όλο του το μεγαλείο. Πιο πολύ ήθελα να συναντήσω το Θύμιο, φίλο από παιδιά που είναι Γυμνασιάρχης στη μικρή ετούτη πόλη του λεκανοπεδίου κι έτσι κατέβηκα να παρακολουθήσω τη παρέλαση.
Πριν ξεκινήσει ακόμα η παρέλαση εκεί στη πλατεία που είναι και το μνημείο των ηρώων, τα δρώμενα ήτανε ήδη θλιβερά και προπαντός κακόγουστα. Διάβαζε μια κυρία-καινούργια φέτος δεν την είχα ξαναδεί-στο μικρόφωνο τα ονόματα και τα μεγάφωνα του Δήμου αναμετέδιδαν μια μισοσβησμένη άχρωμη φωνή, ενώ οι τοπικοί παράγοντες, εκπρόσωποι κομμάτων, παρατάξεων και συλλόγων κατέθεταν στεφάνι σε ένα σκηνικό που σου γεννούσε διαφορετικά περίεργα συναισθήματα: Τι κάνω τώρα, κλαίω η γελάω;
Και σαν ξεκίνησε η παρέλαση, ξεχάστηκα εκεί σε μια κολόνα ακουμπισμένος καθώς κι ο ήλιος έκαιγε γλυκά, και χάζευα με τους ανθρώπους που χάζευαν κι αυτοί ο ένας με τον άλλον και θύμιζε όλη η κατάσταση, κάτι από παραλία το καλοκαίρι και σχολική εκδρομή. Τα πιτσιρίκια στη παρέλαση, κάνανε προσπάθειες να βρούνε τον ανύπαρκτο συντονισμό, κι έδιναν κάποιο άλλο τόνο, κάτω απ' τον βραχνιασμένο ήχο του εμβατηρίου, μα γενικά η κατάσταση ήτανε κάπως εξωφρενική. Είχε αυτό το γραφικό, το δε βαριέσαι το νεοελληνικό.- Άντε να τελειώνουμε να φεύγουμε, εντάξει ρε παιδιά, και του χρόνου να είμαστε καλά.-
Για να είμαι ειλικρινής δεν κακοπέρασα, γιατί όλα τούτα αν τα πάρεις σοβαρά, δύσκολο είναι να επιβιώσεις στη σημερινή Ελλάδα. Και μάλλον έτσι τ' αντιμετωπίζουν σήμερα όλοι πια, με την ανάλογη ελαφρότητα, γιατί σήμερα άλλα είναι τα «βαριά» και τα «ασήκωτα». Και σίγουρα έτσι είναι, αφού δεν τέθηκε καν θέμα συζητήσεως αργότερα στο καφενείο με το Θύμιο, που όταν συναντιόμαστε -αργά και πού - τα «βάζουμε όλα κάτω και τα μαχαιρώνουμε».
Καστρινός.
Μέσα σε τούτο τον ορυμαγδό της κρίσης που περνάμε βλέπω τον τελευταίο καιρό μια άρνηση γενικά και μια καταγγελία λες κι έχουν μπολιαστεί οι Έλληνες να στρέφονται εναντίον της Ελλάδας. Και λέω τούτα μ' αφορμή τις σημαίες στα μπαλκόνια για την εθνική εορτή, που όπως παρατηρώ φέτος είναι λιγότερες κατά πολύ απ' τις περσινές. Και όχι μόνο αυτό, στις μικρότερες γενιές διακρίνεις πεντακάθαρα μια αδιέξοδη κατάσταση και μηδενιστική.
Βέβαια η νεοελληνική πραγματικότητα μόνο αηδία πια μπορεί να προκαλέσει, και ιδίως τα λόγια και οι πράξεις των Ευρωπραιτοριανών. Όμως είναι τώρα πιστεύω η μεγάλη ευκαιρία η μάλλον δεν έχουμε πια άλλη ευκαιρία, ν' ανακαλύψουμε αν έχει μείνει κάτι θετικό. Και αν υπάρχει κάτι καλό στην κοινωνία μας, να το αρπάξουμε και να το διαφυλάξουμε ως «κόρη οφθαλμού» πριν τούτη πια διαλυθεί εντελώς.
Και ένα απ' τα καλά που έχουν απομείνει σ' αυτή τη χώρα μέσα σε τούτον τον Αρμαγεδδώνα, παρ' ότι τα Μ.Μ.Ε και η τηλεόραση προβάλουν το αντίθετο ακριβώς, είναι η οικογένεια. Ένας θεσμός που αντιστέκεται λιγάκι ακόμα. Ναι ο Έλληνας κατά βάθος εξακολουθεί να νοιάζεται ακόμα για την οικογένειά του, και για μερικές άλλες μορφές ας πούμε κατά κάποιο τρόπο οικογένειας, όπως οι συγγενείς, οι φίλοι, οι παρέες, και που εδώ βρίσκει μια μεγαλύτερη εκτίμηση για τη ζωή.
Κι εδώ είναι που πατάνε και μας κατηγορούν οι «ανεπτυγμένοι» δανειστές μας και τα ντόπια τσιράκια τους. Ότι «λουφάρουμε», ότι δε δουλεύουμε, οτ' είμαστε μόνο για την παρέα και τη ταβέρνα, κι ότι δεν είμαστε καθόλου παραγωγικοί. Αυτοί λοιπόν οι ίδιοι που μας μιλάνε τώρα τελευταία για ανάπτυξη, θέλουν να υποταχθούμε στην άγρια κερδοσκοπία τους. Και τέτοιου είδους θεσμοί όπως η οικογένεια και οι κάθε είδους συνευρέσεις, βάζουνε φρένο στη ξέφρενη πορεία της «ελεύθερης αγοράς» που αυτοί πιστεύουνε, και όπου θέλουν σώνει και καλά να επιβάλουνε σε μας αυτά τα κτήνη.
Ε! ναι λοιπόν. Και στο θεσμό της οικογένειας θα πιστεύω, και θα λουφάρω όταν μπορώ, και στην λιακάδα θα απλώνω την αρίδα μου, και με τους φίλους μου αν μπορώ θα πίνω ένα ουζάκι. Εγώ ούτε συνέφαγα ποτέ με τα λαμόγια, ούτε κανέναν έκλεψα. Και σας ρωτάω είναι σώνει και καλά, κακά κι αρνητικά όλα αυτά; Εγώ δεν το νομίζω! Αυτά τα ελάχιστα μας έχουν απομείνει. Ας μην τα χάσουμε λοιπόν κι αυτά.
Κώστας Καστρινός.
«Μάρτης γδάρτης και κακός παλουκοκαύτης» λέγανε τις παλιές εποχές που το Μάρτη τελειώνανε τα ξύλα απ' τη βαρυχειμωνιά και ξηλώνανε τα παλούκια απ' τις φράχτες για να ζεσταθούνε. Φέτος ετούτος ο Μάρτης πήρε το μέρος των δανειστών και τους βοηθάει να μας ξεκάνουν μια ώρα αρχύτερα. Πήγαμε χθες σε ένα φίλο και τον βρήκαμε με πανωφόρι.
- Ετοιμάζεστε για έξω;
- Τι έξω. Έτσι κυκλοφορούμε στο σπίτι!
- Παναγία βόηθα . Και γιατί χωρίς παπούτσια;
- Με τρία ζευγάρια κάλτσες το ένα πάνω στ άλλο δεν με χωράνε.
- Μη μου πεις ότι φοράς και τρις φανέλες.
- Όχι δύο. Ένα μακό από μέσα κι ένα μάλλινο από έξω σαν κι αυτά που φορούσανε οι παλιοί κάτω στο χωριό.
- Κυκλοφορούν ακόμα αυτά;
- Ορέ βρίσκεις στ' λαϊκή ότι θέλεις .
- Καλά δεν βάζετε καλοριφέρ;
- Μόνο τα σαββατοκύριακα από δυό ώρες.
- Και πως κοιμάστε . Δεν κρυώνετε;
- Θυμάσαι κάτι φλοκάτες που στρώναμε κάτω τις καλές εποχές; Έ ξαναγίνανε σκεπάσματα.
- Κι έτσι βγάλατε Χειμώνα;
- Όοοχι. οργανωθήκαμε . Μαζευόμαστε τρεις τέσσερες οικογένειες σε ένα σπίτι εκ περιτροπής και ζεσταινόμαστε. Δέκα άτομα μαζεμένα ξέρεις τι ζέστη βγάζουνε ιδίως άμα πέφτει και καμιά κούφια, καταλαβαίνεις! Αερόθερμο σκέτο! Βλέπεις εκείνη την κατσαρόλα την μεγάλη που είναι σαν καζάνι; Βγάζει ίσα με είκοσι πιάτα πατάτες μπλούμ απ' αυτές τις φτηνές του κινήματος. Κι όπως βράζουν αυτές όλο το απόγευμα μέχρι το βράδυ πάμε εκεί κοντά όλοι και ζεστενόμαστε!
- Τι λες ρε παιδί μου. Από ρούχα όμως σε βλέπω σένιο.
- Α! Έχουμε μια γνωστή εδώ παρακάτω που τα ξανακάνει καινούργια. Ούτε μπαλώματα φαίνονται ούτε τίποτα. Κι τα παπούτσια που είχα ένα σωρό, καλά που δε τα πέταγα για συναισθηματικούς λόγους, να θυμάμαι που περπάτησα. Ας είναι καλά ο τσαγκάρης ο Παντελής. Άρχοντας τεχνίτης.
- Τι υπάρχει σήμερα τσαγκάρης;
- Εκεί μωρέ στο καφενείο δίπλα που πούλαγε τις ακριβές τις γόβες, πήρε κι ένα πακιστανό και το έκανε τσαγκάρικο. Τρελές δουλειές..
- Δηλαδή καλά λένε γυρίσαμε στο 60; Ε ρε που φτάσαμε . Ποιος εσύ που δεν έβαζες σπίτι σου κάτω από φιλέτο και τσιπούρα, και άνοιγες τα παράθυρα με τα καλοριφέρ να καίνε.
- Μαθαίνεις φίλε μου. Μαθαίνεις! Ας είναι καλά τα μνημόνια κι εκείνοι οι πρόστυχοι που τα φεραν. Που να τους βράζουνε στη κόλαση τα καζάνια, κι αυτοί ακόμα να κρυώνουνε. Μπρρρ μπρρρ Μάρτς γδάρτς καλά λένε.
Κώστας Καστρινός.
Ένοιωθα καθαρά πως πνίγομαι τις τελευταίες μέρες, ακούγοντας, βλέποντας, ζώντας σ' αυτό εδώ το μπάχαλο. Να πνίγομαι από οργή, από ένα μίσος ανεξήγητο προς όλους και προς όλα, απ' την αφαίμαξη την οικονομική και από την μπότα των τροϊκανών που ήθελαν να συντρίψουν το κεφάλι μου. Ήθελα να ουρλιάξω, να φωνάξω, να κραυγάσω, να φτύσω στα μούτρα αυτών που με κρατούν αιχμάλωτο του φόβου της χρεοκοπίας και της πτώχευσης. Να πω ότι τελειώνουν τα ψωμιά τους, μπας και τ' ακούσουν τα κοπρόσκυλα και δείξουν λίγο έλεος για το λαό.
Κι εδώ ακριβώς ήρθε στο διαδίκτυο η φωτογραφία, και μου' δωσε βαθιά ανάσα και πνοή. Γιατί εδώ φαίνονταν καθαρά ότι καταπιέζοντας όλο και πιο στυγνά τις μάζες του λαού, δημιουργείς και ανεξέλικτες εκρήξεις σε όλα τα επίπεδα της κοινωνίας, άρα ακόμα και μες τα γήπεδα τα Ελληνικά. Κι αυτό ακριβώς έδειχνε τούτη η φωτογραφία. Ότι έχει ξεσπάσει πια η οργή του κόσμου. Κι ότι εκείνος ο εύκολος και γενικός αφορισμός «έλα μωρέ πρεζόνια των γηπέδων είναι», έπαψε πια κατά πολύ να ισχύει. Κι ότι κοντά στο σύνθημα των οπαδών για την ομάδα, «ακούγονται» όλο και πιο δυνατά κι άλλα συνθήματα, που δείχνουν μέσα απ' την ψυχή τους, αντίθεση σ' εκείνους που τους δυναστεύουν. Πριν είναι αργά, γιατί το αίμα έχει τίμημα βαρύ, καλά θα κάνουν να τ' ακούσουν οι Ευρωπαιο-πραιτοριανοί, γιατί «από κερκίδες και απ' την αγορά αρχίζει να κυλάει ο τροχός της ιστορίας». Καστρινός
Εδώ σε τούτη τη πλατεία γίνεσαι ένα με το διπλανό σου, πονάς, γελάς και κλαίς όταν πονάει και γελάει και κλαίει κι αυτός. Δε μπορείς να κάνεις τίποτα όμως, για να αλλάξεις το σενάριο που Ίδη έχει γραφεί από καιρό. Μαγκώνεσαι μέσα σου, βλέπεις το λάθος και υποφέρεις, θες να φωνάξεις. να τους προειδοποιήσεις, μα το σενάριο έχει ίδη γραφτεί, από καιρό. Και συ το μόνο τώρα που μπορείς να κανείς είναι να κάτσεις παγωμένος εκεί στη θέση σου, να περιμένεις να πέσει η αυλαία.
Κι είναι το δράμα η ίδια η ζωή, και συ καθηλωμένος εκεί, στη ίδια θέση στην πλατεία, όσο και να φωνάζεις, όσο και να απλώνεις το χέρι σου σηκωμένο σε γροθιά, το σενάριο έχει γραφτεί, και συ τίποτα τώρα δεν μπορείς να κάνεις. Και μένεις άναυδος να παρακολουθείς, να δεις το ολέθριο το τέλος που ζυγώνει.
Κάθεσαι εκεί στη ίδια πάντα θέση στην πλατεία, σηκώνεις ανούσια το κινητό και λες βλακείες, κουράγιο, υπομονή και τέτοιες μαλακίες χωρίς νόημα, κι έτσι απλά να τελειώσει περιμένεις η παράσταση.... Κι όλο ετούτο εδώ είναι που με σκοτώνει...Γιατί είναι δύσκολο να σαι στη ίδια τη ζωή σου θεατής, δύσκολο να σαι θεατής στο θάνατό σου ...;
Σάββατο βροχερό 11 Φλεβάρη, πλατεία Συντάγματος.
Κώστας Καστρινός.
![]()
ΕΠΙΤΥΜΒΙΑ ΣΤΗΛΗ.
Σαν εκπληρώθη το συμβούλιο των αρχηγών
που ομόφωνα έσβησε τις «κόκκινες γραμμές»,
έμειναν άδειες πια οι πλατείες
από αμέτρητους και δίκαιους θυμούς.
Έπειτα ήρθανε του Δήμου οι εργάτες
να στήσουν μια μεγάλη επιτύμβια στήλη
χωρίς ονόματα και άλα σχετικά.
Ήταν εκατομμύρια των πεσόντων τα ονόματα
και δεν υπήρχε τέτοιο μάρμαρο
τα ονόματα όλα να χωρά.
Ύστερα μες το κοινοβούλιο
ο εκπρόσωπος του κράτους,
πρότεινε η μέρα αυτή
σαν εθνική επέτειος να ορισθεί.
Κανείς δεν πρόσεξε την όψη του
πως είχε άγριου θηρίου μορφή
που ψάχνει ανθρώπινα θηράματα.
Τώρα οι πολίτες πια γυρίσανε στα πόστα τους.
Κλείσαν φεγγίτες πόρτες και παραθυρόφυλλα
και σφάλισαν τα μάτια να πεθάνουν.
Την άλλη μέρα γύρω απ΄ την επιτύμβια στήλη
εγκάθετοι υπάλληλοι της κοινωνίας των εθνών
με επιμέλεια τοποθετούσαν κιγκλιδώματα.
Καστρινός.
Φέρ' το σκονάκι εδώ.
Δεν έχω κύριε.
Φέρτωωωω.
Μια ζωή η ίδια ιστορία στο γυμνάσιο.
Το έβρισκε, απ' τ' αυτί, και στο γραφείο.
Πάλι εσύ εδώ παιδί μου;
Κι άρχιζα τότε εγώ τους μονολόγους υπεράσπισηςd
Μα κύριε μόνο εγώ αντιγράφω. Τούτη η χώρα μια ζωή αντιγράφει τους ξένους, εγώ σας πείραξα, Και πώς αντιγράφει, Χωρίς σχέδιο, χωρίς πρόγραμμα, άλλα ντ' άλλα δηλαδη.
Έτρωγα ένα φούσκο, κι έτσι κουτσά στραβά πέρναγα τη χρονιά. Και τι να έλεγε κι αυτός αφού ήξερε ότι έτσι είχαν τα πράγματα κι ότι είχα δίκιο.
Έτσι λοιπόν σαν κομπλεξαρισμένη αντιγραφέας μαθητριούλα μπήκε η Ελλάδα στο ΙΝΤΕΡΝΕΤd Φόρεσε τα καλά της, βγήκε στο πανηγύρι, και μάλιστα χωρίς να ξέρει μπήκε και στο χορό. (Εκείνο το είμαστε πενήντα χρόνια πίσω, το είχε πλάκωμα μέσα της χρόνια και ζαμάνια ). Ξεπατικάρησε τους βάρβαρους ξένους, κλέβει τα κόλπα τους, μαθαίνει γρήγορα (α ρε αθάνατο Ελληνικό δαιμόνιο όλους θα τους περάσω εγώ, θα δεις) και νάτη μπήκε στο κόλπο πια για τα καλά. Γράφει κακές λέξεις φανερά, κανένας δεν μπορεί να την λογοκρίνει, πληκτρολογεί ασύστολα μαλάκες, πούστηδες, σκατά μέχρι και τρεις φορές ημερησίως σαν αντιβίωση με συνταγή, κι ειν' επιτέλους ευτυχής που εκφέρει λόγο αιρετικό.
Η Ελλάδα ως γνωστόν μπορεί να μην διαβάζει,- εξ άλλου εδώ οι υπουργοί δεν διαβάζουν -κι όπως δηλώνουν δε διάβασαν ούτε για το μνημόνιο. Αλλά γράφει και σχολιάζει. Και άμα δεν σχολιάζει, Ε! τότε παρακολουθεί. Σελίδες, πύλες, μπλόκ, προφίλ, γιουτούμπια . Αν ήτανε ευρώ οι φεϊτσμπουκάδες θα είχαμε βγει σίγουρα απ' την κρίση .Την γνωστή κρίση. Που μας έχει φέρει στη φτώχεια και την ύφεση. Και εναντίον της οποίας κάποια στιγμή θα πρέπει να ξεσηκωθούμε. Και όχι μέσα απ' τις οθόνες . Γράψε, κοινοποίησε, σχολίασε, καυγάδισε, βρίσε τον επώνυμο, τον πολιτικό, ξαναμοίρασε, ξανασχολίασε ξαναγράψε κείμενο, μάζεψε αναγνώστες, επαναστάτησε. Ναι αδερφέ έτσι έγινε στην Ελλάδα το ΙΝΤΕΡΝΕΤ, δουλεύει ως αδιόριστος διαχειριστής οργής. Ως ασπίδα τάχα στην αδικία και την ανομία που επιτίθεται πια ανοιχτά και απροκάλυπτα.
Ο ξεσηκωμός πατριώτη θέλει κώλο κι αντίκωλο. Θέλει αυταπάρνηση. Κάτι που δεν υπάρχει σ' αυτό το «τσούρμο» που έχουμε καταντήσει. Ο χρόνος που χάνουμε στο Ιντερνέτ αντιδρώντας τάχα ενάντια στην ύφεση και το γκρέμισμα της κοινωνίας και της χώρας είναι διπλάσιος από αυτόν που θα χρειάζονταν για δράση μιας πραγματικής μορφής κι όχι μιας ψεύτικης- εικονικής. Θυμώνεις, βρίζεις, κατεβάζεις καντήλια, λυπάσαι, θλίβεσαι και τίποτα δεν κάνεις. Κι όταν σε παίρνει ο ύπνος στη καρέκλα, και το κλίνεις το ρημάδι μετά από δέκα σχόλια, μια σοβαρή ανάρτηση, δέκα βρισίδια τρία μπράβο, δύο αφιερώσεις για την γκόμενα στο απέναντι προφίλ, μπόλικη αγανάκτηση και τριάντα καντιλανάματα για το πώς μας κατάντησαν, νομίζεις ότι έχεις κάνει το καθήκον σου.
Αμ δε. Ψεύτικο άλλοθι απέκτησες. Τα κλικ μονά- διπλά δεν διώξαν την ομίχλη. Πάλι με το ποντίκι έμεινες στο χέρι, και με τα συναισθήματα πάντα να τα σκεπάζει η καταχνιά.
Μπούτιβας Κώστας (Καστρινός)
Ορέ δεν έμεινε τίποτα όρθιο σου λέω. Και κάθε μέρα όλο και κάτι χάνεται. Καλά ... τα λεφτά χαθήκανε από καιρό μαζί με το φιλότιμο των πολιτικών. Εκείνες οι ξεφτιλισμένες οι Αλκυονίδες μέρες του Γενάρη που ζέσταιναν τέτοια εποχή λιγάκι το κοκαλάκι μας, φέτος γιατί χαθήκανε κι αυτές; Μαζί με τις όποιες αντοχές μας, τη ψυχραιμία μας, και το καυστήρα του καλοριφέρ; Έλα να σε φιλοξενήσω ένα βράδυ στην ΄΄Αλάσκα μου'' και ύστερα τα ξαναλέμε. « Δώσε ρε φίλε λίγο έστω πετρέλαιο κι όταν μαζέψουμε θα πληρωθείς. Δώδεκα χρόνια από σένα παίρνουμε ,» Όχι αδερφέ ο βερεσές κομμένος. Στο Βενιζέλο πως τα' ακούμπησες.
Κατέβασα καντήλια και καντήλια κάθε βράδυ μήπως με τούτα ζεσταθώ. Σωρό καντήλια, στο διαχειριστή ,στο βεντζινά και στους συγκάτοικους που δεν πληρώνουνε, μα πάλι τίποτα. Κι έχω και τη κυρά που μουρμουρίζει πάνω απ' το κεφάλι μου : « Μη βρίζεις ρε άνθρωπε υπάρχουν και χειρότερα» Ναι υπάρχουν, αλλά υπάρχουν και καλύτερα. Γιατί δε λες ποτέ γι' αυτά;
Κατάλαβες τώρα φίλε γιατί έχω καιρό να γράψω. Κάτω απ΄το πάπλωμα το λάπτοπ δε βολεύει. Κρύο ρε φίλε, κάθε βράδυ, τόσο που δε μπορώ ούτε να κοιμηθώ. Και να μετράω κάθε βράδυ λάθη, παραλείψεις, τύψεις, ενοχές, χρέη, τόκους και μεροκάματα απλήρωτα σαν προβατάκια που μετράνε λέει, ο ύπνος να με πάρει, κι αυτά να γίνονται κριάρια και τραγιά με κέρατα στριφτά να με κουντράνε.
Μετράω και ξαναμετράω ερωτήματα, ανασύρω στιγμές, αποφάσεις, σταυροδρόμια που τράβηξα για κάλπες, δεξιά στους δυο μεγάλους τάχα για ασφάλεια και όχι αριστερά, όχι μεγάλα στη ζωή μου που δεν είπα, στιγμές και ερινύες που αιωρούνται τώρα ακίνητες.
Κουνήσου, γαμοσταυρίζω το ρολόι. Κουνήσου, μπας κι αλλάξει τίποτα, κουνήσου, να βγει τουλάχιστον ο ήλιος, κουνήσου η μέρα να φανεί. Κουνήσου, μέχρι να 'ρθει η άνοιξη.
ΘΑ ΕΡΘΕΙ ΑΝΟΙΞΗ;
Καστρινός
Τι να σου πω απόψε ρε πουστόγερε Ίσως μονάχα ένα πράμα. Να μη μας κάνει τίποτα για να σε νοσταλγήσουμε. Τίποτα άλλο. Τράβα στο γεροδιάολο από δω. Καστρινός.
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΤΣΙΓΑΡΟ.(Επίκαιρο Διήγημα)
Κείτονταν του θανάτου, στο φουρνοκάλυβό του ο μπάρμπα Μήτρος. Τοιμάζονταν, έρμος και μόνος για το μεγάλο αγύριστο ταξίδι. Παιδιά σκυλιά ποτέ δεν είχε, ποιός να γνοιαστεί γι' δαύτον ποιά! Κι αν ήθελε λιγάκι να φωνάξει, ούτε φωνή είχε ούτε δύναμη.
Και δεν μπορούσε να γυρίσει ούτε δώθε ούτε κείθε. Aπόμεινε μονάχα να κοιτάζει το κενό.
Παρ' όλα αυτά είχε τις αισθήσεις του και άκουγε σ' αυτή την ερημιά του και τον παραμικρότερο το θόρυβο. Τον αγέρα πού 'δερνε του σχολείου τους ευκάλυπτους, το σούρσιμο των ποντικιών , τη μουσική πέρα απ' το φραγκομαχαλά που έπαιζε τα κάλαντα, και τη δικιά του αποσωμένη ανάσα. Και τούτο δω τον έσκιαζε περσσότερο.
Ξάφνου , εκεί στο λήθαργο του σα ν' άκουσε πατημασιές. Ζωήρεψε και άνοιξε τα μάτια. Κάποιος έρχεται σκέφτηκε μ' ανακούφιση. Πριν όμως καλοσυνέρθει και ανοίξει τα βαρεμένα μάτια του, τα βήματα ξεμάκρυναν κι έσβησαν ψηλά κατά το μοναστήρι. 'Έριξε τότε το κεφάλι του απογοητευμένος στο προσκέφαλο κι απόμεινε έτσι κούτσουρο, σαν πριν. Μα τούτο δω το σύννεφο μπροστά του που έβλεπε τι ήταν; Ομίχλη να 'ταν; Σύννεφο τ' ουρανού; Να 'φυγε από τούτη τη ζωή και να 'φτασε ψηλά στην άλλη; « Άιντε, καλό ταξίδι Μήτρο τόσα ήτανε τα ψωμιά σου. Τράβα τώρα στον Άγιο Πέτρο να σε κρίνει ». Μα εκεί πού σταύρωνε τα χέρια του στο στήθος, του ήρθε στη μύτη εκείνη η μυρουδιά.
«Καπνός από τσιγάρο σκέφτηκε» άραγε ήτανε ακόμα ζωντανός! ΧαΧα.
Και τότε του 'ρθε η αποθυμιά ενός τσιγάρου. Ρούφηξε μια
τον αέρα με όση δύναμη είχαν τα πνεμόνια του. Αιιιι τ'απολάμβανε
'Όσο η μυρωδιά του καπνού στριφογυρνούσε μέσα στο καλύβι του
θα ζούσε λέει. Τι είναι ό άνθρωπος!
Όλη του τη ζωή την πέρασε στα καπνοτόπια κι είχε ποτίσει μέχρι το συκώτι του η πίκρα και η τυράγνια του καπνού.
Μια ζωή έτσι στον παιδεμό όπως την κληρονόμησε απ' τον πατέρα του και τον παππού του, μ' αυτή την άτιμη τη φύτρα τον καπνό, που ούτε τρώγεται, ούτε καρπός γίνεται να τον γευτείς. Πίκρα και κόλλα στο ρούχο τους, στα χνώτα τους, στο κορμί και τα πνεμόνια τους.
'Έτσι, πάππου προς πάππου τούτη η κωλοζωή στο Αγγελόκαστρο.
Μια ρουφηξιά τσιγάρου κράτησε, όσο κι ετούτος ο καπνός του διαβατάρη στα πνεμόνια του!
Πόσοι σαν κι αυτόν πεθαίνουν, γέροι μόνοι κι αβοήθητοι σήμερα, χρονιάρα μέρα παραμονή των Χριστουγέννων.
Εξαντλημένος έκλεισε τα βλέφαρα. Ένα τσιγάρο να'χε ρε γαμώτο. Ένα στριφτό κωλοτσιγάρο, ότι να' τανε.
Στη σκέψη αυτή ήταν που μισάνοιξε η πόρτα.
Χρόνια πολλά παππούλη και του χρόνου. Ήτανε το παιδί απ΄ τη μουσική που μάζευε τα χρήματα.
Ένα τσιγάρο δώς μου παλληκάρι μου, ένα τσιγάρο μοναχά, και τράβηξε ένα μάτσο με λεφτά απ' το μαξιλάρι του.
Του άναψε ένα ο μουσικάντης, πήρε ένα χαρτονόμισμα απ' τα λεφτά, ευχήθηκε χρόνια πολλά κι έκανε τον κατήφορο.
Το κάπνισε όλο ο μπάρμπα Μήτρος μέχρι που κάηκε ολοκληρωτικά στο χέρι του. Και όταν έφυγε και πάει κι καπνός κι έγινε αέρας, τότε χωρίς απελπισία σταύρωσε τα χέρια του.
Αι πάμε Μήτρο είπε. Και έτσι ήρεμος ξεψύχησε.
Κώστας Μπούτιβας.
Από μικρό παιδί μόνο τρία πράγματα μ' αρέσανε απ' τις γιορτές. Το κλείσιμο των σχολείων, το σταυροκόνι που πάντα είχα κωλοφαρδία και ήμουνα πάντα ματσωμένος τέτοιες μέρες , και οι καλικάτζαροι. Τα καλικατζάρια τα γούσταρα πολύ. Γιατί όπως μας έλεγε η βάβω αυτά ήταν όλο διαολιά σαν εμάς, (τότε που ήμασταν παιδιά), χωρίς όμως να κάνουν ποτέ σοβαρό κακό στους ανθρώπους. Πάντα ροκάνιζαν το δέντρο της γης, να την γκρεμίσουνε και να γελάσουν. Κι εγώ τις νύχτες αφουγκραζόμουνα στη σιωπή, κρατώντας την ανάσα μου, να καταλάβω αν προχωρούσε η δουλειά τους, κι αν φέτος θα προλάβαιναν ή πάλι θα έφταναν τα Φώτα και θα πήγαινε τζίφος πάλι η προσπάθεια; Κι όταν μεγάλωσα κατάλαβα πως τζίφος πήγαινε σ' αυτό το τόπο η κάθε προσπάθεια. Μπάχαλο η κατάσταση, και φτού και πάλι απ' την αρχή. Όμως τώρα τα περιθώρια στένεψαν πια. Φέτος τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Φέτος περιμένω τα Καλικαντζάρια με την ίδια προσμονή που τα περίμενα όταν ήμουν μικρός. Φέτος περισσότερο από ποτέ περιμένω αυτά τα μπάσταρδα τα καλικαντζάρια να κάνουν καλά τη δουλειά τους, να προλάβουν να ροκανίσουν το ρημάδι το δέντρο της γης, να πέσει μια και καλή να γκρεμιστεί τέτοιο που είναι, και να ξαναχτιστεί από την αρχή καινούριο, και διαφορετικό. Φέτος περισσότερο από ποτέ, θέλω να βάλω κι εγώ ένα χεράκι, έτσι καλικάτζαρους που μας κατάντησαν, να δώσω εγώ την τελευταία δαγκωματιά στο δέντρο της γης. Και να βγω έξω στο δρόμο μες τη βροχή και το κρύο και να φωνάξω: «Αφήστε τσ' καλικαντζαρέους ρεεε! Αφήστε τους να κάνουν τη δουλειά τους! Μπας και γκρεμιστεί το κωλόδεντρο και φυτρώσει κάνα καλύτερο! Δε σωνόμαστε αλλιώς πατριώτες.»
Κώστας Καστρινός.
Τη φωτογραφία με τον καλοντυμένο κύριο που ψάχνει στα σκουπίδια, έκατσα σήμερα τ' απόγευμα και την έκανα πίνακα ζωγραφικής με τον τίτλο «Σκουπιδοχλιδάτος». Ένας πίνακας που σηματοδοτεί επακριβώς τη μαύρη εποχή που ζούμε, και που ποιος ξέρει ακόμα που θα οδηγηθούμε.
Διάβασε κι ετούτα εδώ τα παρακάτω έχουν κι αυτά ενδιαφέρον. Κάθε τέτοια εικόνα που θα βλέπεις από εδώ και πέρα, μη σε γεμίζει με απορία. Η γεμάτη μ' ενοικιάζεται και πωλείται κολόνα μη σε γεμίζει με απορία. Και πού είσαι ακόμα. Ακόμα είσαι στην αρχή. Ακόμα τίποτα δεν σου έχουν πει. Σου είπαν ότι τα έφαγες μαζί τους, σου είπαν ότι το χρέος του δημόσιου τομέα επηρεάζεται από το χρέος των νοικοκυριών, σου είπαν ότι είσαι φασίστας, είσαι κομμουνιστής, είσαι μαλάκας, είσαι κυρίαρχος λαός, είσαι πλούσιος, είσαι φτωχός, είσαι προνομιούχος, είσαι τριτοκοσμικός, είσαι αναπτυγμένος, είσαι Ευρωπαίος, είσαι Βαλκάνιος, είσαι κοπρίτης, είσαι τεμπέλης, είσαι κλέφτης, είσαι λαμόγιο, είσαι περήφανα γηρατειά και τιμημένα νιάτα, είσαι κόκκινος, μπλε, πράσινος, πορτοκαλής με κίτρινους κόκκους, είσαι ένοχος, είσαι συνένοχος, είσαι απαίδευτος, είσαι αμόρφωτος, είσαι πλούσιος, είσαι φτωχός, είσαι χλιδάτος, είσαι φραγκάτος, είσαι τζιπάτος, είσαι σκαφάτος. Είσαι και τι δεν είσαι. Κάθε φορά, ανάλογα με την συγκυρία βαράνε τα όργανα. Και συ γίνεσαι όποιος θελήσουν. Σφυρίζουν οι τσοπάνηδες και συ πας. Πέρα δώθε, πέρα δώθε. Κάθε στροφή και μια ταπείνωση ίσα για να ξεπληρώσεις λέει αυτά του παρελθόντος σου και την μαγκιά που αγόραζες κρεμασμένη στα μανταλάκια. Τότε ήταν διαφορετικά. Κανένας δεν μιλούσε τότε. Το μεροκάματο καλό και η μόδα ήτανε η αρπαχτή. Τώρα η μόδα είναι λέει η επιστροφή στις αξίες. Ρε αϊ στο διάολο. Φτάνουν αυτά γι' απόψε, πάω για ύπνο. Θα κλείσω το στόμα, τη μύτη και τα μάτια. Να μη φωνάζω, να μη μυρίζω, να μη βλέπω. Ξυπνήστε με στον επόμενο τόνο. Όταν θα σου σφυρίξουν ότι ξεκίνησε η νέα βιομηχανοτουριστική επανάσταση στην Ελλάδα κι ότι ξεκίνησε το τρένο της «ανάπτυξης». Καλό μεσαίωνα. Καλή σας νύχτα.
Κώστας Καστρινός.
Μεγάλες γιορτές του Δεκέμβρη, στο έμπα του Χειμώνα. Πλήθος οι δοξασίες, οι παροιμίες και τα έθιμα του λαού μας, που έχουν σχέση μ' αυτές. Συνήθως σ' αυτές έρχονταν τα πρώτα δυνατά κρύα οι πρώτες παγωνιές και χιονοπτώσεις κι έτσι ήτανε σημαδιακές ειδικά για τον άνθρωπο της υπαίθρου, τον άνθρωπο που πάλευε καθημερινά με τα στοιχεία της φύσης, που ζούσε στο πετσί του τις αλλαγές του κλίματος και τον εποχών. οι γιορτές αυτές είναι τόσο συνδεδεμένες με τον ερχομό της βαρυχειμωνιάς, που ο λαός μας έλεγε σαν παροιμία: «Απ'τα Νικολοβάρβαρα αρχίζει κι ο Χειμώνας» Η αγία Βαρβάρα (4 Δεκεμβρίου) θεωρείται προστάτης των παιδιών από την ευλογιά και τις άλλες εξανθηματικές αρρώστιες. Σε ορισμένα μέρη συνήθιζαν την ημέρα της γιορτής της, καθώς και σε περίοδο επιδημίας, να κάνουν μελόπιτες και να τις μοιράζουν στα σπίτια ή να τις αφήνουν σε σταυροδρόμια, ώστε αν έρθει η αρρώστια να είναι γλυκιά, ήπιας μορφής. 5 Δεκεμβρίου, γιορτάζουμε τον Άγιο Σάββα, τον Άγιο Σάββα που "σαβανώνει" καθώς λέει το όνομά του: "Η Αγιά Βαρβάρα βαρβαρώνει, ο Άη-Σάββας σαβανώνει κι ο Άη-Νικόλας παραχώνει." Η παροιμία βέβαια αναφέρεται στο χιονιά, κατά μία άλλη όμως εκδοχή ο Άη Σάββας σαβανώνει τους νεκρούς και τους τοιμάζει για τον κάτω κόσμο, ενώ, από την άλλη, προσπαθεί να απομακρύνει το θάνατο από τους ζωντανούς, ως άγιος προστάτης και θεραπευτής. Αυτή τη μέρα σε μερικές περιοχές, συνηθίζουν να φτιάχνουν φάβα στη μνήμη του, κι όπως λέει μια λαϊκή παροιμία "Του Άη-Σάββα, τρώνε φάβα!" Ο άγιος Νικόλαος (6 Δεκεμβρίου) είναι ο κύριος του υγρού στοιχείου και ο προστάτης των θαλασσινών, οι οποίοι με πολλούς τρόπους εκδηλώνουν την ευγνωμοσύνη τους σ' αυτόν. Στις λαϊκές παραδόσεις ο άγιος περιγράφεται με ρούχα βρεγμένα από αρμύρα, γένια που στάζουν θάλασσα και μέτωπο ιδρωμένο από την προσπάθεια του να τρέξει παντού, όπου κινδυνεύει πλεούμενο. Ο άγιος Ελευθέριος (15 Δεκεμβρίου) τιμάται με αργία από τις έγκυες γυναίκες, για να τους χαρίζει «καλή λευτεριά». Για τον ίδιο λόγο τον τιμούσαν και οι μαμές, οι οποίες μάλιστα, πηγαίνοντας στις ετοιμόγεννες, κρατούσαν για βοήθεια ένα εικονισματάκι του Αγίου. Ο άγιος Μόδεστος, τέλος, που τ' όνομά του θυμίζει το «μόδι» (μονάδα μέτρου για τα δημητριακά παλαιότερα), θεωρείται προστάτης των βοδιών και των άλλων ζώων και οι γεωργοί τον τιμούσαν εκείνα τα χρόνια με αργία και διάφορες εκδηλώσεις (λειτουργίες κτλ.) την ημέρα της γιορτής του (16 ή 18 Δεκεμβρίου δεν είμαι σίγουρος). Η αργία τους επέτρεπε να περιποιηθούν με μεγαλύτερη φροντίδα τα ζώα τους, που κουράστηκαν τον προηγούμενο καιρό της σποράς. Με τις γιορτές αυτές και προπαντός με το Δωδεκάμερο που έρχεται κατόπιν, (Χριστούγεννα μέχρι Φώτα) χαλαρώνει ο έντονος ρυθμός της καθημερινής ζωής, παίρνοντας ένα χαρούμενο και αισιόδοξο τόνο. Παλαιότερα οι μέρες αυτές, με τις παραδοσιακές αργίες και την όλη εθιμολογία τους, έδιναν την ευκαιρία σ' όλους για διασκέδαση και κοινωνική επαφή. Τα τελευταία χρόνια οι γιορτές, με τις σύγχρονες συνήθειες και τις επίσημες πια αργίες, έδιναν την ευκαιρία στους κατοίκους των πόλεων να βρεθούν στα πατρικά τους σπίτια κοντά στη φύση και να συνδεθούν νοσταλγικά με το παρελθόν. Τούτο το κακό όμως που βρήκε τον τόπο μας μ' αυτή τη διαρκή οικονομική κρίση αμφιβάλω αν κι αυτό το υποτυπώδες θα είναι πια από δω και πέρα εφικτό. Καστρινός.
Η ανακοίνωση έγραφε με μαρκαδόρο κάτω στην είσοδο. Αύριο Δευτέρα που είναι και τα μαγαζιά κλειστά ελάτε στις 7 η ώρα σε συνέλευση για να τα βρούμε για τη θέρμανση. Έλεος πια. Ο Διαχειριστής.
Πήγα λοιπόν με κρύα την καρδιά, και με πιο κρύα τα ποδάρια και την τσέπη.. Θέμα: οι ώρες θέρμανσης της πολυκατοικίας και η διακοπή της παροχής στους ευροπνίχτες -κακοπληρωτές.
-Κυρίες και κύριοι πέρυσι καίγαμε επτά ώρες φέτος πρέπει να περιοριστούμε στις τέσσερες η πέντε και έχει ο Θεός .
-Ο Θεός μπορεί να έχει αλλά τα δίνει αλλού!
-Ακούω προτάσεις .
-Τρεις με πέντε το μεσημέρι μόνο όταν θα κάνει κρύο τσουχτερό, κι επτά με έντεκα το βράδυ κάθε μέρα.
-Και τα παιδάκια το πρωί πως θα πάνε σχολείο;
-Και τι μας νοιάζει για τα δικά σου τα παιδιά. Μαζί τα κάναμε:
-Κύριε , η αγωγή μου δεν μου επιτρέπει να χειροδικήσω. Μην το εκμεταλλεύεστε όμως αυτό.
- Η δική μου όμως το επιτρέπει. Έλα εδώ αν σου βαστάει, να σου μπάσω το διάολο μέσα σου!
-Κύριοι δεν θα λύσουμε εδώ τις διαφορές μας. Ήρθαμε να βρούμε μια λύση. Προτείνω να κόψουμε μια ώρα το βράδυ και να την βάλουμε έστω για λίγο το πρωί.
-Και γιατί να κόψουμε ώρες το βράδυ πετάχτηκε η κυρία του έκτου. Εμείς κρυώνουμε και τουρτουρίζουμε εκεί πάνω.
-Τι θα πει γιατί; Γιατί δεν έχουμε όλοι λεφτά σαν τον άντρα σου το αρχιλαμόγιο.
-Τι είπες ρε τσόλι που θα πεις τον άντρα μου λαμόγιο.
- Κυρίες μου σας παρακαλώ. Όποιος θέλει περισσότερη θέρμανση ας βάλει ερκοντίσιον. Εδώ μιλάμε για την υποχρεωτική.
-Κύριε διαχειριστά εγώ συμφωνώ με τις ώρες άλλα τα λεφτά θα σας τα δώσω το καλοκαίρι!
-Και τι είμαι εγώ ρε φίλε; Η τράπεζα Πειραιώς; Εξ άλλου χρωστάς από πέρυσι.
-Ναι αλλά με βγάλανε στην εφεδρεία.
-Να πας στο χωριό σου στον πατέρα σου που σε διόρισε στα τραίνα, αν δεν μπορείς να συντηρήσεις ένα διαμέρισμα πετάχτηκε η κυρία του τρίτου. Εδώ δεν είναι φιλανθρωπικό ίδρυμα. Θα σου σφραγίσουμε τα σώματα , θα πληρώνεις το 30% και κάθε βδομάδα θα έρχομαι απροειδοποίητα να βλέπω αν είναι κλειστά!
-Δεν πας καλύτερα να βλέπεις τον αδελφό σου τα βράδια στη Συγγρού;
Αν δεν παρέμβαιναν οι ψυχραιμότεροι , σίγουρα θα είχαμε γενική σύρραξη κι εμφύλιο σπαραγμό.
Έτσι έχουν κύριοι τα πράγματα. Τούτη η κρίση απελευθερώνει οργή και που πολλές φορές μας βγάζει απ' τα όριά μας . Το να μπορεί κάποιος να διατηρεί την ψυχραιμία και την ανθρωπιά του σ' αυτούς τους χαλεπούς καιρούς είναι εξαιρετικά δύσκολο. Κατά τ' άλλα οι πολιτικοί μας τσακώνονται για την αρχηγία, τον χρόνο των εκλογών, και τις υπογραφές λες και η παγωνιά κάνει διάκριση σε υπογραφές και σε μνημόνια.
Φυσάει ορέ βοριάς μες τις ψυχές μας, κι εμείς δεν είμαστε παχύδερμα όπως εσείς για να μπορέσουμε απ' το λίπος να προστατευτούμε. Φυσάει τέτοιος βοριάς , που και ντάλα καλοκαίρι να γίνουνε οι εκλογές, να είστε σίγουροι πως θα σας πάρει και θα σας σηκώσει.
Καστρινός.
Σαν σήμερα την νύχτα της 25ης Νοεμβρίου 1942, έλαβε χώρα το κορυφαίο γεγονός της Ελληνικής Εθνικής Αντίστασης του Ελληνικού λαού στην νεότερη ιστορία του. Η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου, από τις ενωμένες αντιστασιακές οργανώσεις του Ε.Α.Μ και του Ε.Δ.Ε.Σ . Έκανα ζαπινγκ στις ειδήσεις σ' όλα τα κανάλια. Καμιά αναφορά για τούτη την ιστορική στιγμή. Σαν φόρο τιμής γι' αυτό το γεγονός δημοσιεύω για πρώτη φορά το παρακάτω αφήγημα .
Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΓΟΡΓΟΠΟΤΑ ΜΟΥ.
Τα τρένα σφύριζαν πάνω από την Γέφυρα σαν διέσχιζαν την χαράδρα του Γοργοπόταμου. Οι φαντάροι με ενθουσιασμό, ξέγνοιαστοι και όλο χαρά, λες και πήγαιναν εκδρομή, γελούσαν πειράζονταν και χαιρετούσαν την μικρούλα που είχε πιάσει την πλαγιά δίπλα στην γέφυρα και χαίρονταν αυτό το πράμα που ήταν σαν πανηγύρι. Έβλεπε στα στοιβαγμένα με φαντάρους βαγόνια των τρένων την ταμπέλα « 10 άλογα & 50 Άντρες», της έρχονταν περίεργο και γελούσε.
Έπειτα ήρθε ο βομβαρδισμός. Ήταν δίπλα στην Σιδηροδρομική Γέφυρα του Γοργοπόταμου. Θα την βομβάρδιζαν! Αλλά τελικά τους ήταν πιο χρήσιμο να μείνει άθικτη η γραμμή.
Και ήρθαν έπειτα οι Ιταλοί στο χωριό και φύλαγαν την Γέφυρα. Ένα βράδυ όμως είδα δύο ξένους που μιλούσαν με νοήματα με τον πατέρα μου. Οι ξένοι στην περιοχή ποτέ δεν μου τραβούσαν την προσοχή εξάλλου το σπίτι μας εκεί στα ριζά της γέφυρας ήταν και χάνι. Όλο ξένοι περνούσαν. Τώρα μάλιστα είχε πολλούς Ιταλούς.
Που να φανταστώ τι συζητούσαν. Που να ξέρω ότι σχεδίαζαν να ρίξουν την Γέφυρα του Γοργοποτάμου. Που να ξέρα ότι ο πατέρας μου γνώριζε τον Ζέρβα προσωπικά.
Την νύχτα της 25ης Νοεμβρίου δεν κοιμόμουνα. Κανένας δεν κοιμόταν τούτη τη βραδιά. Σε μια στιγμή ακούω μια φωνή μέσα στην νύχτα να λέει. «Ρίξ' τη φωτοβολίδα να προχωρήσει ο στρατός».
Πρέπει να ήτανε το συνθηματικό. Όλη η χαράδρα έλαμψε. Σε λίγο μια τεράστια έκρηξη ακούστηκε τραντάζοντας το σπίτι απ' τα θεμέλια. Τα πιάτα έπεφταν από τα ράφια, και οι σοφάδες γέμισαν το πάτωμα. Κανείς δεν μίλαγε. Τι να έγινε! Έριξαν την γέφυρα! Τώρα τι κάνουμε ;
Την άλλη μέρα σαν ξημέρωσε .. Οι πιο πολλοί οι χωριανοί φοβήθηκαν και έφυγαν. Πήγαν σ' άλλα χωριά σε συγγενείς τους. Μα εμείς τελικά μείναμε εκεί.
Πρωτοπαλίκαρα του Ζέρβα έσφαξαν επτά Ιταλούς που φυλούσαν το δεξί φυλάκιο της Γέφυρας. Άλλοι επτά Ιταλοί κρύφτηκαν στα πηγάδια να σωθούν ήταν τα πρώτα νέα που ήρθαν το πρωί.
Μετά από λίγο ακούστηκαν βήματα. Ήρθαν και πήραν την μάνα μου και την φυλάκισαν στον Σιδηροδρομικό Σταθμό. Εγώ έμεινα σπίτι με τα αδέρφια μου, μιας κι ο πατέρας μου είχε κρυφτεί. Φοβόταν τα αντίποινα. Τους άντρες τους σκότωναν τότε και άφηναν μόνο τις γυναίκες και τα παιδιά. Οπλίστηκα με θάρρος και πήγα στον Σταθμό. Άρχισα να κλαίω και να παρακαλάω τους φύλακες να ελευθερώσουνε την μάνα μου. Οι φύλακες με λυπήθηκαν, δεν είχαν κι εντολή να την κρατήσουν κι έτσι την άφησαν ελεύθερη .
Έφτασε το μεσημέρι, και σε λίγο ακούσθηκαν τα άρβυλα από τους φαντάρους στην γέφυρα. Έτρεξα στη λότζα και σε λίγο φάνηκαν οι Ιταλοί στρατιώτες. Τους ακολουθούσαν οι δεκατρείς μελλοθάνατοι. Μπροστά ο παπάς με τα Άγιο δισκοπότηρο, πίσω ένας Έλληνας καθηγητής, δεν φορούσε χειροπέδες, και στην συνέχεια άλλοι δώδεκα Έλληνες πατριώτες. «Που τους πάνε μάνα;» Η μάνα δεν απαντούσε! Χάθηκαν περπατώντας μέσα στην χαράδρα του Γοργοπόταμου!
Πέρα μακριά απ' την γέφυρα άκουσα τους πυροβολισμούς. Πολυβόλο ήταν είπε η μάνα. Τον ήξερα αυτόν τον θόρυβο. Το άκουγα όλο το προηγούμενο βράδυ. Σε λίγο άκουσα πάλι ...; μπαμ, μπαμ.. μπαμ.. δεκατρείς πιστολιές. Ήταν η χαριστική βολή.
Σε λίγο να' σου πάλι οι Ιταλοί στο σπίτι. Ήθελαν να μεταφέρουν τους νεκρούς και έψαχναν μεταφορικό μέσο. Ήτανε τώρα η σειρά του αδελφού μου.
Πήραν τον αδελφό μου με το κάρο και τον οδήγησαν στην γέφυρα. Εκεί με κάτι χωριανούς φόρτωσαν τους νεκρούς και τους μετέφερε στο νεκροταφείο στην Λαμία κι όλους τους έριξαν σε έναν λάκκο!
Ο αδελφός μου γύρισε το βράδυ κι ήταν το κάρο πλημμυρισμένο απ' τα αίματα.
Σαν βρήκε πάλι τον ρυθμό της η ζωή οι Ιταλοί έφυγαν, και την περιοχή πλέον την κατάκλυσαν Γερμανοί που άρχισαν να χτίζουν ξανά την γέφυρα. Στην πέτρινη γέφυρα είχαν μεγάλο μπλόκο.
Η γέφυρα σε σαράντα ημέρες χτίσθηκε και μπήκε ξανά σε λειτουργία.
Έβλεπα τα εμπορικά τα τρένα να περνούν και μέσα απ' τις χαραμάδες των βαγονιών «λυσσασμένους» Γερμανούς φαντάρους να αφρίζουν, λόγω της ζέστης της Αφρικής που πολεμούσαν , όπως μας έλεγε ο πατέρας μας.
Σαν έφυγαν οι Γερμανοί με την απελευθέρωση, κανείς δεν έλειπε από την οικογένειά μας , παρόλο που βρέθηκε στο κέντρο του πολέμου. Το χάνι λειτουργούσε, πάλι όπως παλιά κι ήταν συνέχεια ανοιχτό στους ξένους. Μια μέρα είδε κάποιον με μούσι στην ταβέρνα. Η μάνα μου τον φίλεψε και του έβαλε να φάει. Ήταν μεγάλη παρέα. Σαν να φυλάγονταν από κάτι! Δεν ανέβηκε στον πάνω όροφο που του είπαν να τον φιλοξενήσουν. Φυλάγονταν! Περίεργος μου Φάνηκε. «Ποιος είναι αυτός μάνα;» «Ο Άρης είναι μην μιλάς μου είπε εκείνη». Είχε ξεκινήσει πια ο φονικός εμφύλιος ...;
Οι σπιούνοι βρήκανε την ευκαιρία να βγάλουνε τα απωθημένα τους και ο Φόβος ήτανε πολύ μεγάλος. Τα δύο αδέλφια μου χάθηκαν και τα θεωρούσαν νεκρά. Κατέβηκαν όμως κάτω στην Αθήνα για να γλυτώσουν το κακό. Οι αντάρτες που στρατολογούσαν τα μεγάλα αγόρια νόμιζαν ότι τους έκρυβα εγώ.
Μια μέρα έπιασαν την μάνα μου κάτι χωριανοί και της είπαν: «Οι αντάρτες θα το φάνε το παιδί .. δίωξτο απ' το σπίτι για να το γλιτώσεις». Να κάπως έτσι βρέθηκα εδώ σε τούτο το χωριό, που ήτανε τότε παντρεμένη μια αδερφή της μάνας μου. Παντρεύτηκα Ιούλιο του 47 κι έμεινα εδώ με τον Αντώνη μου για πάντα. Μην σώσει γιέ μου και ξανάρθουν τέτοιες εποχές.
Τούτα μου διηγούτανε μια Χειμωνιάτικη βραδιά δίπλα στη σόμπα η θειαΣτρατούλα, η γυναίκα του μοναδικού καφετζή του μπαρπαΑντώνη σ' ένα χωριό του Μπράλου κείνα τα χρόνια της στρατιωτικής θητείας μου στο φυλάκιο της γέφυρας της Παπαδιάς, μικρή απόσταση απ' το Γοργοπόταμο, σαν ανεβαίναμε τα βράδια με τα πόδια στο χωριό, κάπου μια ώρα δρόμο απ' το φυλάκιο της γέφυρας, να πάρουμε τηλέφωνο στα σπίτια μας και ν' απολαύσουμε λιγο απ' το υπέροχο κρασί του.
Κώστας Καστρινός.
Λαϊκό θεώρημα
«όταν λείπει η γάτα Χορεύει το ποντίκι» Κι απ' τη στιγμή που η γάτα (ο λαός) είναι ετοιμόψοφη και πεινασμένη, και κάθεται κουλουριασμένη στη γωνία ,τότε το άθλιο ποντίκι (όνομα και πράμα) ο πολιτικός, σου βγάζει μέχρι και καινούργιο Πρωθυπουργό. Έτσι βλέπει και η ¨Μαιρούλα¨ χαρά στα σκέλια της -που λέει και ο Καρατζαφύρερ -και συντελείτε η μεγάλη «χαρά» που λεν και στο χωριό. Το "μηστήριο ευλόγησε", ο παππούς ο Καρολος, και η θεία η Μέρκελ που τρίβει τα χέρια της, διότι μέσα από τον "ανηψιό" θα κυβερνά αυτόν τον τόπο... Ρέ τύχη αυτή η τσούπα: (πρώην) Τραπεζίτης της "Μαιρούλας ο γαμπρός"... Όχι, παίζουμε... Μπήκε ένας άλλος σφήνα στην αρχή, κάποιος Πετσάλνικος με γούνες απ' τη Καστοριά. Το τί ακούστηκε που ακούσανε το όνομά του , κάτι αλανιάρικα ποντίκια απ' τα υπόγεια του ΠΑΣΟΚ; Άστο καλλίτερα μη ξέρεις! Όπως επίσης, με τί κοσμητικά επίθετα "έλουσαν" τη "μανούλα του γάμου", Γιώργο Παπανδρέου. Κλείσε τα μάτια σου και σκέψου φορτηγατζή στην Εθνική οδό και είσαι μέσα. Μάλιστα, 50 απ' αυτά τα ποντίκια απείλησαν τον Γιώργο πως θα παραιτηθούν και του έστειλαν κι επιστολή. Κάποια στιγμή πάνω στο συνοικέσιο βγήκε έξω από το Προεδρικό ο "κουμπάρος-Καρατζαφέρης", που ένοιωσε ότι τον κλάσανε οι γονείς της νύφης με τον παππού, και τον είχαν σαν ψωριάρη σε μια άλλη αίθουσα χώρια κι έριξε μια "βόμβα", να.. με τα συγχωρήσεως. "Λυπάμαι εξαιρετικά, δεν θέλω Πετσάλνικο, αν δεν μπει Παπαδήμος δημιουργείται τεράστιο πρόβλημα στη χώρα", λέει και την κάνει με ελαφριά πηδηματάκια. Οι δημοσιογράφοι που ήταν μπροστά και άκουσαν τα ..."γαλλικά" των "εθνοπατέρων" μας, κρατούσαν την κοιλιά τους από τα γέλια... Κι έτσι απέσυραν, άρον-άρον τον γουναρά γαμπρό μέσα στη νύχτα, και οι δυο "γονείς, παρακαλούσαν την τελευταία τους ελπίδα τον τραπεζίτη να πει το ναι, για να μη μείνει η Μαιρούλα στο... ράφι ! Κι έτσι έφτασε η μεγάλη του "μυστηρίου του γάμου" η ώρα. Έξω από το Προεδρικό στριμωγμένοι δεξιά κι αριστερά σαν να παρακολουθούμε τον "γάμο του πρίγκιπα Ουΐλιαμ με την εκλεκτή της καρδιάς του Κέιτ, εν... χλιδαίς και οργάνοις"! Από νωρίς σκούπισαν οδοκαθαριστές τους δρόμους, το κόκκινο χαλί ήταν στη θέση του και... ξεκίνησε ο "γάμος, σε στενό οικογενειακό κύκλο" Πρώτος έφθασε ο κουμπάρος, του ΛΑ.Ο.Σ. Γ. Καρατζαφέρης, γύρω στις 10 παρά τέταρτο, ακολούθησε ο πρόεδρος της ΝΔ, Αντώνης Σαμαράς και τελευταίος την πύλη του Προεδρικού πέρασε ο Γιώργος Παπανδρέου. Ο "πατερούλης", Αντώνης Σαμαράς, δήλωσε: "Είναι η τρίτη φορά που ήρθα γι αυτό το θέμα. Ελπίζω να είναι η τελευταία", και ο "κουμπάρος" Γιώργος", προσερχόμενος στα ενδότερα του Προεδρικού: "Σήμερα είναι μία καλή μέρα". Μες το ΄΄μυστήριο΄΄ δεν μάθαμε πολλά για το τι έγινε. Μόνο ακούσαμε ότι είπαν για τα iPad τους και "άλλα λόγια ν΄αγαπιόμαστε" του τύπου:"Αν τα φλας ήταν πυροβόλα θα είχε πέσει ένα σύνταγμα" κι ότι ο Γιώργος ο κουμπάρος ρώτησε για το κινητό τον άλλο Γιώργο:"Τι είναι αυτό, samsung; "Ο άλλος Γιώργος ο΄΄παραιτημένος΄΄ απάντησε: "Όχι είναι το παλιό της aple. Είναι κινητό, είναι και πολύ χρηστικό "..Και η απάντηση του Γιώργου του ΛΑΟΣ, με ύφος:"Τώρα μπορείς να πάρεις και κανένα μήνυμα "! Ύστερα, η πόρτα έκλεισε και ο "γάμος" έγινε "κεκλεισμένων των θυρών"... και καλορίζικα να γίνουν. Μόνο μη σώσει ποτέ και δούμε απογόνους απ' αυτό το συνονθύλευμα. Κι έμεινε απέξω άλλη μια φορά ο Ελληνικός λαός που συνεχίζει να πληρώνει τις "μικροπολιτικές" τακτικές του σάπιου πολιτικού συστήματος, που δεν λέει ν' "αποτιναχθεί" από τις ταλαίπωρες τις πλάτες του.. Ως πότε, όμως; Σε τεντωμένο κρέμεται σκοινί, που έτσι και σπάσει ...; Ξέρουν κι αυτοί ότι τους πήρε και τους σήκωσε. Κώστας Καστρινός.
ΟΙ ΑΡΒΥΛΕΣ ΤΟΥ ΑΛΒΑΝΙΚΟΥ.
Ήμουνα βρεγμένος, κατακουρασμένος, ελεεινός και τρισάθλιος, ένα κουρέλι. Είχα να φάω τρείς μέρες κι έτρεμα απ' το κρύο και την πείνα. Έσουρνα τα πόδια μου έτσι από συνήθεια, και γύρναγα γύρω απ' τα ίδια σημάδια σαν το άλογο στο αλώνι.
Τούτη ή στράτα δεν έβγαζε πουθενά. Τα ίδια βουνά μονοπάτια και ρουμάνια , Είχα χαθεί και ξεκοπεί απ' τη διμοιρία και ήμουνα μόνος σαν άγριος λύκος. Περπατούσα κλωθογυρίζοντας όλη τη νύχτα και μήτε χωριό, μήτε ψυχή στο δρόμο μου, ούτε ζωντανό ,μήτε πετούμενο. Μόνο το όπλο μου, και τ' άδειο σακίδιο η μόνη συντροφιά μου.
Ξημέρωνε, σύθαμπο παγωμένο, υγρό, καταραχνιασμένο. Σαν έβγαινε ό ήλιος θα σκόρπιζε ή καταχνιά και ή συννεφιά. Να 'βρισκα κάπου σύνορο και προσανατολισμό. Ξάφνου είδα αντίκρυ μου το καλύβι και τ' άδειο μαντρί.
Ή πόρτα ήτανε ανοιχτή κι αφύλαχτη. Μου μύρισε ή κάπνα κι' ή τσίκνα. από φαί και τ'αποφάσισα. Είχα ξεχάσει κάθε ορμήνια για προφύλαξη. «Τώρα πια 'Ότι είναι να γίνει, θα γίνει. Νισάφι πια έρεψα».
Μπήκα άπ' την πόρτα κι είδα το γέρο που φύσαε τη φωτιά.
Πάνω στη φωτιά είχε το τσουκάλι με το φαγί. Μύρισε και γουργούρισαν τ' άντερά μου. Τυχερός σκέφτηκα
- Έ Μπάρμπα φώναξα σιγά για να μη τον τρομάξω. Καλώς σε βρήκα.
Εκείνος γύρισε. Δυο μάτια. ξέθωρα, γεμάτα άσπρο κροκάδι στυλώθηκαν ανήμπορα πάνω μου. Τον είδα πού τσιτώθηκε και πήγα να τον προλάβω μπας και βάλει τις φωνές.
- Πούθε ήρθες; Δεν σ' άκουσα! Τώρα. στέκονταν ήρεμος, ατάραχος Κοίταζε τα μπανταρισμένα πόδια μου με τα κουρέλια. πού έπνιγαν τον βηματισμό μου. Σαν ξεπατώθηκαν τ' αρβύλια έκοψα λουρίδες την κουβέρτα μου και τα τύλιξα. Κι άλλοι έκαναν το ίδιο κατά πως είχα δει.
- Ποιός είσαι; ξαναρώτησε ο γέρος.
- Πεινάω, απάντησα βραχνά κι έπεσα ξεθεωμένος σ΄ ένα ξύλινο σκαμνί.
- Μουρή γριά , ποϋσαι μαρή έλα κι' έχουμε μουσαφιρέους
- 'Έκατσες κιόλα; Ρώτησε. Και ήσυχος τώρα μου ξομολογήθηκε.
- Κοντά δυο βδομάδες έχουμε να δούμε άνθρωπο.
Όλα ρήμαξαν, πανάθεμα τον πόλεμο (τώρα ή φωνή του σκλήριζε) πάνε κατά καπνού ούλα. Μήτε κοπαδ έμεινε μήτε ζωντανό , λάκισαν όλα μες' το χαλασμό, ξον πεντέξι μηλιόρες στέρφες.
Ξαναρώτησε ;
- Ποιός είσαι του λόγου σου! Πώς βρέθηκες εδώ;
-Χάθηκα απ' το λόχο μου, απάντησα διστακτικά.
Καλώς ήρθες ότι έχουμε θα σε φιλέψουμε. Φτάνει να μην μας βλάψεις.
Κείνη τη στιγμή, μπήκε στο μoνoκάλυβο η γριά.
Καλωσόρισες λεβέντη μου. Και γυρνώντας στο γέροντα είπε:
Δε φίλεψες τίποτα τον ξένο τον άνθρωπο. Ντροπή.
Κένωσε τον τραχανά ο γέρος στη γαβάθα, έφερε και ξύλινα κουτάλια,
μπομποτόψωμο, και τυρί, και γυρνά μια στιγμή η γριά και τον ρωτάει.
- Να φέρω μωρέ ξεκουτιασμένε τη μπότσκα με το κρασί για, τον ξένο μας;
-Τράβα φέρτω. Θα πιώ κι εγώ όμως μια ποτήρα γεμάτη που όλο λες ότι δεν κάνει στην ηλικία μου.
-Ναι να μη χάσεις.
Η γριά σηκώθηκε αμίλητη, με σκυφτό κεφάλι και βγήκε έξω.
Ξαναμπήκε σε λίγο με μια μισόγεμη νταμιτζάνα κι άστραφτε από θυμό.
-Ώστε έτσι σκατόγερε, το 'πινες κρυφά; Ντροπή σου στα χρόνια σου.
Στις υγιές σου εσένα καλή στράτα και καλή απόλυση. Να τελέψει άμποτε ετούτο το κακό που μας βρήκε.
-Φχαριστώ με την ψυχή μου! Αποκρίθηκα. Γιατί με ταΐσατε με ποτίσατε και μ' ανθρωπέψατε.
Σηκώθηκε μετά ξαφνικά η γριά. Πήγε σε μια παλιοκασέλα, έψαξε βρήκε κάτι αρβύλες παλιές, σολιασμένες μα γερές.
- Πάρτες είπε να γλυτώσεις τα ποδάρια σου. Το κοπάδι πήρε τα πέρατα, δεν μας χρειάζονται εμάς πια. Πάρτες κι αϊ στο καλό να προλάβεις το τσούρμο σου.
Τις κράτησα αυτές τις αρβύλες και τις έχω ακόμα, να πάω να τις φέρω να τις δείτε, έλεγε ο Μπάρμπα Αντρέας - Θεός σχορέστον - που μας μάζευε μαθητούδια τότε κάτω στο χωριό, τα βράδια τέτοιες μέρες ,στη μεγάλη πέτρα έξω απ' το παλιό Ρομπολέικο σπίτι, και μας διηγιόνταν ιστορίες που είχε ζήσει στο Αλβανικό.
Καστρινός.
ΤΟ ΡΑΝΤΕΒΟΥ
Μες τον ορυμαγδό των δακρυγόνων, του πετροπόλεμου των κρότων και των λάμψεων, ας βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα ανάμεσα σε ΜΑΤ και σε κουκουλοφόρους, τούτος εδώ προχώραγε ατάραχος. Άλλοι τον κοίταζαν με θαυμασμό κι άλλοι με περιέργεια και φόβο. Γεροδεμένος αν και κάποιας ηλικίας, απέπνεε έναν αέρα αρχοντιάς, παρότι που στα λιγδιασμένα του μαλλιά ήτανε ορατή η εγκατάλειψη, είχε μια φιλοσοφημένη σιγουριά το βλέμμα του. Αλαφιαζότανε στο μπάμ της λάμψης- κρότου, και πήδαγε ανήσυχα επάνω απ τις μολότοφ. Ύστερα έβαζε κάτω το κεφάλι κι ας καίγονταν ο κόσμος γύρω του, τράβαγε πιο βιαστικός το δρόμο για το ραντεβού του. Άρπαξε όμως το παντζάκι κάποιου Ματατζή που τον επάτησε οπισθοχωρώντας, και κιότεψε τότε όλη η διμοιρία, κι εκεί γωνία Ακαδημίας και Ιπποκράτους , που στάθηκε για λίγο έξω απ' τη σπασμένη τη βιτρίνα, για να ξεκουραστεί και ν΄ αποφύγει λίγο το χαμό, απέτρεψε μια ομάδα από αλλοδαπούς πλιατσικολόγους, που ετοιμάζονταν να κάνει ντου, στα ράφια με τα ακριβά δερμάτινα. Όταν αργότερα ασθμαίνοντας, μπαρουτοκαπνισμένος από φωτιές και δακρυγόνα έφτασε στην Ομόνοια, εκεί παλιά που ήταν του Μπακάκου μια πιτσιρίκα τσαπερδόνα τον περίμενε, που είχε δεν είχε τα μισά του χρόνια, με καλοχτενισμένα μαύρα και σγουρά μαλλιά που έκανε σαν τρελή όταν τον είδε. -Μπράβο παππού.! Τον Θαύμασε ένα μπουλούκι μαθητούδια που γύριζαν εκείνη τη στιγμή στα σπίτια τους σαν τέλειωσε η μεγάλη διαδήλωση. Κι ένας κουκουλοφόρος που πέρναγε καβάλα σ' ένα μηχανάκι, μ' επιδοκιμασία τον παρότρυνε:
-Όρματης Άρχοντα.
Ήταν ο Τζάκ, ο αδέσποτος ο σκύλος απ' το Ζάππειο. Ο Άρχοντας των απεργιών και των διαδηλόσεων. Τη μέρα τη συμερινή που έπεφτε ξήλο αλύπιτο, και που εύρισκες στα ζώα , περσότερη απ' των ανθρώπων ανθρωπιά.
(Απ' το υπο έκδοση βιβλίο «ΒΑΡΑΤΕ ΤΟΥΣ. Ιστορίες διαδηλώσεων.») Κώστας Καστρινός.
ΒΑΡΑΤΕ ΤΟΥΣ.
-Έλα να ξεμπερδεύουμε με τη κωλοφάρα. Ακούστηκε μες τον ορυμαγδό η φωνή του επικεφαλής. Και οι άλλοι προχώραγαν και ντουμάνιαζαν τον τόπο με τα δακρυγόνα. Τώρα πια τους πήρανε φαλάγγι και τους σκόρπισαν στα γύρω στενά. Βαρούσαν με τα κλομπ τις ασπίδες τους κι έπειτα μπάμ και μπουμ με τις κρότου λάμψης σκορπαγαν τον ορυμαγδό. Βλέπαν τούτη τη συντέλεια οι φουκαράδες οι μαγαζάτορες πίσω απ΄τα κατεβασμένα τα ρολά και καταριόνταν τους αίτιους - κυβέρνηση, αστυνομία και διαδηλωτές.
Ο μπαρπαΓιώργος που είχε το καφενεδάκι εκεί δα στη πλατεία Καρύτση, γέροντας στα ογδόντα του τώρα έλεγε και ξανάλεγε.
- Ρε πως καταντήσαμε, να φαγωθούμε μεταξύ μας;
Είχε αφήσει το χωριό του κει στα ψηλά στο Θέρμο τότε στο αντάρτικο, γύρισε όλο τον κόσμο με τα καράβια και βρήκε τώρα γεροπλάτανος πια, αποκούμπι σε τούτο το καφενεδάκι που πήρε από ένα πατριώτη του εδώ και χρόνια και μεγάλωσε οικογένεια με δαύτο, φτιάχνοντας με τη κυρά του καφέδες κι ούζα για τα γύρω μαγαζιά και τα γραφεία. Το γιό του με τις γνωριμίες που είχε κάνει και με τη συνδρομή του ντόπιου υπουργού μπόρεσε και τον βόλεψε στη αστυνομία, και η κόρη του γνώρισε έναν συνάδερφο εργάτη εκεί στη κλωστοϋφαντουργία που δούλευε, τον αγάπησε κι έκανε οικογένεια, έτσι άκουσε κι ο μπαρπαΓιώργος τ΄ όνομά του, στο δεύτερο αγόρι της κόρης του, γιατί ο γιό του με τις ομάδες Ζ-Δ και λοιπά που έμπλεξε εκεί στο σώμα, δεν παντρεύτηκε ποτέ.
Η γριά του που είχε ξαπλώσει νωρίς απόψε γιατί την πόναγαν τα γόνατα στο καμαράκι που είχαν δίπλα στο μικρό το καφενείο κι έμειναν εκεί τα τελευταία χρόνια, ακούοντας όλο ετούτο το χαμό, μουρμούραε κάπου-κάπου «πολύ μίσος» «πολύ μίσος».
Πολύ μίσος συλλογίζονταν κι ο γέροντας. Ανάθεμά τους που 'φεραν τους ξένους και τα Δ.Ν.Τ. τούτοι εδώ μας βάζουν να τρωγόμαστε. Πως μας περδίκλωσαν έτσι;
-Παππού ε παππού! άνοιξε παππού! Δεν ακούς;
-Παναγία βόηθα! Τούτες οι φωνές μοιάζουν του εγγονού του του Γάκια. Π ήρε το φακό, γύρισε στη γριά να της κάνει νόημα κι' άνοιξε με προσοχή τη πόρτα. Δυο σκιές πού κρύβονταν πίσω της πέρασαν γρήγορα μέσα.
- Παππού μας κυνηγάνε.
- Γάκια μου! Σσστ όρε μη σας ακούσουν. Η γριά σηκώνεται αποχαμένη και πιάνει τα χέρια του, χαϊδεύει τα μαλλιά του κι ολοένα γυρίζει γύρω τους.
-Εσάς κυνηγάνε λεβέντημ. Kαί ταπώνει το στόμα να μη βάλει τις φωνές και τα κλάματα.
- 'Ήσυχα γριά, προστάζει ο γέρος.
- Στρώσε τους για να φάνε. Σα θέλει ας πατήσει κανένας εδώ. Θα τους μπάσω το διάολο μέσα τους.
Τα δυο παλληκάρια όση ώρα έτρωγαν δεν έβγαλαν μιλιά. Μόνο σαν απόφαγαν κι έστριψαν τσιγάρο, είπε ο Γάκιας, που'χε τ' όνομά του.
-Δε γίνεται αλλιώς παππού, πρέπει όλος ο κόσμος να ξεσηκωθεί. Δεν πρέπει να τους πιστεύουμε άλλο πια. Τόσα και τόσα ψέματα μας είπαν. Τι άλλο πια να δουν τα μάτια μας. Νισάφι πια χορτάσαμε από λόγια.
- Πάψτε ορέ! Ρίχτηκε εκείνος. Είπανε θα πάρουμε κι αυτή τη δόση, κι απέ θα βάλουμε μπροστά να φτιάξουμε κράτος με δίκιο και με τάξη. Να πριν λίγο τα 'λεγε πάλι στο γυαλί ο χοντρός ο υπουργός.
- Άσε τι λένε ρε παππού. Μας ξεπουλήσαν πια στους ξένους. Τα ίδια μας είπαν και στην άλλη φορά. Το ξεχνάς;
-Σσστ ποιος διάολος είναι πάλι. Φερ' το φακό ορή γριά. Μιλιά. εσείς. Στο μπάγκο πίσω!
Βήματα ακούστηκαν στο πεζοδρόμιο. Και ξαφνικά η πόρτα χτύπησε με φούρια.
-Ε πατέρα δεν ακούς; Τα κωλοπαίδια. Μας έβγαλαν τη πίστη πάλι απόψε είπε η γνώριμη φωνή, καθώς ο γέρος άνοιγε, και τέσσερες αρβύλες περνούσαν το κατώφλι.
-Ωπα Πρόσεξε Μίλτο! φώναξε στο συνάδερφό του, κάποιοι είναι εδώ ...
- Βαράτε τους! ξεφώνησε σηκώνοντας το κλομπ.
- Μη ορέ το παιδί! Μπήκε στη μέση ο γέροντας λαχταρισμένος, και έφαγε το κλομπ κατάμπαλα, πέφτοντας καταγής. Τρέξανε κι άλλοι ματατζήδες απ΄τη διμοιρία που ήταν εκεί κοντά απ' έξω κι άκουσαν τις φωνές. Ο γέρος κατάχαμα με το χέρι να κρατάει το κεφάλι αμίλητος και πλάι η γριά να μαλλιοτραβιέται.
-Πάρτε γι' ασθενοφόρο ούρλιαζε ο ματατζής. Πως βρέθηκαν εδώ οι αληταράδες. Σου 'λεγα ρε πατέρα να διπλοκλειδώνεις. Βάλτε τους χειροπέδες γρήγορα.
- Που ορέ! χύθηκε τότε γέρος κάνοντας ν' ανασηκωθεί. Στο αίμα σου; Άπλωσε τα. χέρια σαν φτερούγες αητού να στηριχτεί να σηκωθεί, τρέκλισε κι' έπεσε σαν κομμένο δέντρο στο πάτωμα ξερός από ταμπλά, (εγκεφαλικό). Έπεσε η γριά απάνω του, με κλάματα και με κατάρες. Αθήνα 2011, χρονιά καταραμένη. Με μια ξεπουλημένη Ελλάδα μες τη φτώχεια, μ' ανίκανους πολιτικούς να κυβερνήσουνε, με ξένους επιστάτες και τροϊκανούς. Μη σώσει και μας ξαναβρεί τέτοια χρονιά. (Απ' το υπο έκδοση βιβλίο «ΒΑΡΑΤΕ ΤΟΥΣ. Ιστορίες διαδηλώσεων.» Κώστας Καστρινός.
Ο ΕΛΛΗΝΑΡΑΣ.
Τον ζύγωνε με το μαρκούτσι να του το βάλει ντε και καλά στο στόμα.
Σταθμός του μετρό στο Σύνταγμα. Πενηνταπεντάρης. Τρίβει τα μάτια του που τσούζουν απ' τα δακρυγόνα και ψάχνει για ψιλά στις τσέπες του να βγάλει εισιτήριο. Ψιλολόγια, δεν βγαίνουνε.
-Τι λέτε τελικά θα χρεοκοπήσουμε σα χώρα;
-Άσε με κοπέλα μου και βιάζομαι μας ξέσκισαν στα χημικά. Γιατί τώρα τι είμαστε δεν είμαστε χρεοκοπημένοι; Ούτε για εισιτήριο δεν έχουμε...
-Τι λέτε για το κούρεμα του χρέους και τα νέα μέτρα. Θα σώσουν λέτε την Ελλάδα;
Και να σου πάλι μπερδεύονταν στα πόδια του και του 'κλεινε το δρόμο.
Δεν άντεξε άλλο. Πήρε ανάποδες.
-Ποια Ελλάδα γαμώ τα καντήλια μου, ετούτη που τη πηδάνε τώρα οι πάντες ; Ούστ!
Τα ξεπουλήσαν όλα. Και δάση και λίμνες και βουνά κι ανθρώπους. Πάρε κόσμε, τιμή ευκαιρίας. Μπουρδέλο έγινε η Ελλάδα. Κανείς δε νοιάζεται για τίποτα, μόνο τα πουσταριά για την καρέκλα τους.
Τρέχουνε όλοι με τις τζιπάρες τους για τη ζωή τη χαρισάμενη. Φτάνει πια η πλύση εγκεφάλου. Μπαΐλντισα. Άει σιχτίρ από δω.Κουφάλες όλοι σας.. Ούστ-Ούστ.
Το πλήθος που άρχισε να μαζεύεται χαμογελάει. Κάποιος φωνάζει.
-Πέστα μεγάλε. Ξέσκισε τους.
Οι συγκεντρωμένοι ξεσπαθώνουνε.
Πες τους κι άλλα. Κι άλλααα, κι άλλααα, κι άλλααα.
Εκείνος ξεθαρρεύει. Ξεσπάει.
-Ρεεε κάποτε ήμουνα Ελληναράς ορε Έλληνες. Και τώρα ντρέπομαι να πω τι είμαι.
-Όλο! Όλο! Ξαναπέστο.
-Ρε κάποτε ήμουνα Ελληναράς με δυό κιλά αρχίδια ρε Έλληνες! Και τώρα πάνε να με κάνουν φλώρο τα μουλοσπέρματα .....
Σηκώνει περήφανα το κεφάλι, τους κοιτάει όλους μ' ένα πικρό χαμόγελο, κι όλοι πια ξεσπάν σε παλαμάκια.
(Απ' το υπο έκδοση βιβλίο «ΒΑΡΑΤΕ ΤΟΥΣ. Ιστορήματα διαδηλώσεων.»)
Κώστας Καστρινός.
Ο ΜΟΥΓΓΟΣ. (Διήγημα)
Τον κλότσαγαν σα το αδέσποτο σκυλί, και τον τσιγκλούσαν με τις άκρες απ' τα κλομπ, ρίχνοντάς του και καμιά γερή κάπου-κάπου.
- Άϊντε ρε μούλε, αληταρά. Γρήγορα! Τσόγλανε. Τα καντήλια σου,
μήτε λέξη δεν έβγαλες.
Κείνος, είκοσι χρονών περίπου μια σκόνταφτε , μια ξανάβρισκε την ισορροπία του, και προσπαθούσε να σταθεί στα πόδια του.
Moναχός του εκείνος κι' αυτοί έξη εφτά νομάτοι, μ' εκείνες τις μακρυμούτσουνες αντιασφυξιογόνες μάσκες που σου 'κοβαν το αίμα.
Τον ξετρύπωσαν σα λαγό στη χωνευτή είσοδο μιας τράπεζας στη κάτω μεριά της πλατείας. Άρχισαν να τον βαράν και να τον βρίζουν όλοι μαζί.
Εκείνος μήτε κιχ μήτε μιλιά.. Μια, δυο φορές άνοιξε το στόμα του, Έκανε ένα ου - ου σταύρωσε τα χέρια του στο στήθος και τούς κοιτούσε αμίλητος.
- Το σπίτι σου κωλόπαιδο τον χαστούκισε αυτός που βρίσκονταν
δεξιά στον διμοιρίτη. Κάνεις το μαλάκα και δεν μιλάς.. Θα καλοπεράσεις έγνοια σου.
- Άστε τον, μπήκε στη μέση ό επικεφαλής. Θα τα βρούμε όλα στη διοίκηση, Θα τα ξεράσει θέλοντας μη θέλοντας. Το γάλα της μάνας του θα βγάλει! Άντε πάμε, αν για να πω και του στραβού το δίκιο γι' αλλοδαπός μου καλοφαίνεται.
- Λες αρχηγέ; Έτσι που έχουμε γίνει. Ανακατεύτηκαν όλες οι φάρες τώρα, σαν τα' άντερα στην κοιλιά.
Του καλάρεσε η λέξη αρχηγός, και γύρισε να δει καλλίτερα το κρατούμενο.
- Σφίχτε του τις χειροπέδες ! πρόσταξε.
Πήγε πάλι να χάσει την ισορροπία του ο κρατούμενος καθώς του σφίγγανε τις χειροπέδες μα πάλι έβαλε τα δυνατά του και στάθηκε στα πόδια του χωρίς να φέρει τη παραμικρή αντίσταση.
-Τι μυστήριο τραίνο είναι τούτος, αναρωτήθηκε ο αρχηγός. Ο άλλος προχτές μας πήδηξε ανάποδα. Τον σέρναμε όπως έκανε μια βολά ο Αχιλλέας στον Έκτορα που του σκότωσε το φίλο.
-Ποιος ήτανε ο Αχιλλέας αρχηγέ; Δικός μας α ...;
-Σκάσε ορέ. Τόσα ξέρεις τόσα λες. Για τα παλιά λέω ορέ. Για τους αρχαίους.
-Τι μας νοιάζει εμάς για τους αρχαίους; Τώρα τι κάνουμε;
-Να καμωθείς να σκάσεις. Πώς θα κάνουμε κράτος ορέ άμα δε ξέρουμε τους προγόνους μας.
- Που να τα ξέρω εγώ αυτά αρχηγέ; Τι καθηγητής είμαι;
- Να όρσε του 'δωσε μια μούντζα ο αρχηγός καθώς έμπαιναν στη κλούβα.
Σαν έφταναν κοντά στη διοίκηση, στάθηκε όρθιος στο μπροστινό μέρος της κλούβας ο επικεφαλής.
-Το νου σας ε! Τούτοι εδώ οι γαλονάδες δεν σηκώνουν τις δικιές μας αψάδες. Λίγες κουβέντες. Τις προάλλες ο υποδιοικητής τα 'βαλε μαζί μου γιατί είδε λίγο αίμα στ' αυτί εκείνου του αρχιαναρχικού. «Θα περάσουνε δίκη και θα κριθούν απ' το νόμο μου είπε».
Σαν άκουσε το φρενάρισμα απ΄ τη κλούβα ο Ταξίαρχος πλησίασε στη πόρτα του γραφείου του κι έβαλε αντήλιο τα χέρια του.
-Πάλι ετούτα τα τσακάλια είπε από μέσα του. Κοίτα τι κουβαλάνε πάλι.
Ένα αμούστακο εικοσάχρονο. Τι κάνει αυτός ο Στρατηγός και δε δίνει διαταγή, να ηρεμίσει λίγο ετούτη η λυκοφάρα. Άρχισαν πια και γίνονται επικίνδυνοι και θα μας πάρουν όλους στο λαιμό τους.
Ο διμοιρίτης σίμωσε και χαιρέτησε βαρώντας προσοχή. Κούνησε το κεφάλι βαρετά ο Ταξίαρχος.
-Τι είναι πάλι τούτος; Ρώτησε.
- Αμίλητος σα το ντουβάρι κύριε διοικητά. Σαν πέσει όμως η πρώτη κατραπακιά θα τα ξεράσει όλα.
-Όχι τέτοια ανθυπομοίραρχε. Δεν τα 'παμε; Δώσε χαρτί για τη παράδοση, υπασπιστή να φύγουν.
Μούλωξε ο ανθυπομοίραρχος, μα τι να κάνει. Χαιρέτησε πάλι (ο διοικητής μήτε κουνήθηκε καθόλου μόνο τον κοίταξε μ' ένα ζεματισμένο περιφρονητικό βλέμμα πού σκύλιασε τον άλλο) πήρε την διμοιρία του και έφυγαν αργά-αργά.
-Μήτε ένα ευχαριστώ δεν είπαν αρχηγέ. Παραπονέθηκε κάποιος τους.
-Σκασμός! Άστραψε και βρόντησε εκείνος. Οι Δημοκρατικοί οι γαλονάδες, μονολόγησε. Αυτά μας φάγανε είπε φεύγοντας.
- Πως σε λένε ; Ρώτησε τον κρατούμενο ο υπασπιστής.
-«Ου» «Ου» έκανε εκείνος δείχνοντας το στόμα και τη γλώσσα του.
-Έλα Χριστέ! Πετάχτηκε ο υπασπιστής. Μουγγός είναι κύριε διοικητά.
Να φωνάξουμε κανένα που ξέρει να συνεννοηθεί.
-Α-Α έκανε ο κρατούμενος κουνώντας συγκαταβατικά το κεφάλι του.
-Βγάλτον απ' τη πίσω πόρτα κι άστον να φύγει. Έδωσε διαταγή ο Ταξίαρχος. Εκείνο που σκέπτομαι είναι τι θα κάνουμε με τούτους τους πωρωμένους, που' ναι χειρότεροι από τσακάλια. Να δούμε σαν μπούνε όλα σε σειρά, πως θα γλυτώσουμε από τούτη τη λυκοφωλιά. Τους έχω σιχαθεί τελείως. Τα ρεμάλια. Κώστας Καστρινός.
(Απ' το υπο έκδοση βιβλίο «ΒΑΡΑΤΕ ΤΟΥΣ.»)
ΕΠΗΡΕΑΣΜΟΙ.
Δεν ξέρω τι σου είπε του Σεπτέμβρη η Κυριακή
και τι ο ύπουλος βοριάς σου εξιστόρησε,
κι έγινε η μορφή σου ίδιο σύννεφο
λίγο προτού το πρωτοβρόχι εξακοντίσει.
Όμως η ψυχική διάθεση δεν καταβάλλεται
με ευτελής του φθινοπώρου επιρροές,
ούτε τα δάκρυα επωάζουν ψυχραιμία.
Ήλιο συσσωρευτή ευτυχιών-
μες την παλάμη θα σου φέρω,
σ` ένα ηλιοβασίλεμα να σου καδράρει τη μορφή ,
για να την δουν τα Καλοκαίρια και να φρίξουνε.
Για όλους όμορφη να είναι η 1η η Κυριακή η φθινοπωριάτικη.
Καστρινός.
ΠΡΟΣ ΚΡΑΝΟΦΟΡΟ.
Πάλι απέναντί μου είσαι δύστυχε.
Όπως και χθες τη προηγούμενη φορά προχθές,
όπως και σήμερα,
που ανταλλάσαμε τις μισητές ματιές γεμάτες ένταση,
κι ήταν η μυρωδιά του δακρυγόνου ανάμεσα μας.
Και η τραγικότητα,
Εσύ το διάλεξες, αυτή να είναι η δουλειά σου
μ' αυτό τον τρόπο,
ψωμί του μίσους να ταΐζεις το παιδί σου .
Πάλι απέναντί μου είσαι μισθοφόρε.
Και μου απαγορεύεις να φωνάζω
για το μέλλον των παιδιών μου,
για τη δικιά μου τη δουλειά,
για μια μπουκιά ψωμί, για την πατρίδα μου.
Κι ενώ καλά το ξέρεις πως φωνάζω και για σένα.
Για τα δικά σου τα παιδιά, και τη δική σου σύνταξη,
Για το δικό σου το ψωμί και τη δική σου την πατρίδα.
Πάλι εσύ εκεί, στέκεσαι απέναντί μου.
Σε κοροϊδεύουνε. Έτσι δεν γίνεσαι ήρωας καημένε.
Κρίμα.
Για σκέψου κα να ήσουν δίπλα μου;
Καστρινός.
Μ' αρέσει αυτό που κάνω από μικρό παιδί, να γράφω ποιήματα, ιστορίες και κείμενα. Μ' αρέσει ακόμα η δημιουργία ενός βιβλίου γι' αυτό και διάλεξα να κάνω τούτο το επάγγελμα. Είναι μια άλλη αίσθηση για μένα η φιλοτέχνηση του εξωφύλλου, η επιμέλεια των γραπτών, η διαδικασία της εκτύπωσης και τέλος να αγωνιώ για τις αντιδράσεις των αναγνωστών, αλλά και ν' ακούω και την κριτική πάνω σε αυτό, όπως ακούει ένα παιδί της πρώτης δημοτικού τη δασκάλα του. Γι' αυτό, ερωτήσεις, παρατηρήσεις, αντιρρήσεις και οποιεσδήποτε άλλες ρήσεις σε σχέση με το κάθε βιβλίο θα ήταν χαρά να φτάνουν σ' εμένα. Κι όταν βλέπεις πια ότι ένα δημιούργημά σου έχει και την απήχηση στο ευρύ κοινό τότε η χαρά γίνεται πια ευτυχία. Ετούτη την ευτυχία μοιράζομαι σήμερα μαζί σας σαν βλέπω το δείκτη αναγνωσιμότητας του site που δημοσιεύει ελεύθερα (επειδή πίστευα πάντα και πιστεύω ότι οι ιδέες πρέπει να διακινούνται ελεύθερα) τις «ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ» με πληροφορεί ότι οι αναγνώστες ξεπερνούν τις 25.000. Ευχαριστώ λοιπόν όλους όσους διάβασαν το βιβλίο και μου έδωσαν σήμερα τούτη την απρόσμενη μεγάλη χαρά. Όσοι δεν διάβασαν το βιβλίο μπορούν να το διαβάσουν εδώ: [www.pureportals.com] και ν' αφιερώσουν δυο λεπτά για να γράψουν ένα σχόλιο για το βιβλίο εδώ στο blog.
Καλή ανάγνωση. Κώστας.
Διακόσια δράμια ονείρου δωρεάν.
Η μοναξιά είναι η καλύτερη παρέα
ν' απολαμβάνεις τον ελληνικό σου,
και η θορυβώδης ρουφηξιά του καϊμακιού
μια λύτρωση.
Ένας ακόμα κυριακάτικος καφές
φτηνή απόλαυση από τις λίγες που έχουν απομείνει.
Τι έκανε λέει ακρίβυνε κι αυτός;
Τι τελικά έμεινε φτηνό
στη διακονιάρα πια ζωή μας.
Μόνο ένα αγαθό μένει ακόμα δωρεάν
κι αυτό είναι τα όνειρα.
Τα όνειρα τ' αληθινά
όχι αυτά τα ψεύτικα που μας σερβίρουνε.
Έλα κοντά μου αυτή την Κυριακή
διακόσια δράμια ονείρου
δωρεάν να σε κεράσω.
Καστρινός.
ΠΑΛΙ ΕΝΑ ΤΙΠΟΤΑ.
Βγήκα στον ήλιο να στεγνώσω τη καρδιά μου
που χαλεπών καιρών κατατρεγμοί
ναυάγιο είχαν ρίξει στα ρηχά.
Πανί προσπάθησα να βάλω γι άλλα μέρη,
γι ανοικτούς γιαλούς
χωρών εξωτικών και νήσων άγνωστων,
πέρα από μεγαλοστομίες
κούφια λόγια και φαμφάρες,
στόχους κι οράματα εκεί να φυγαδεύσω.
Δεν τα κατάφερα.
Οι πρωινοί αντικατοπτρισμοί
αισχρά με ξεγελούσανε,
κι ο ήλιος που έπαιζε ανάμεσα στα ξάρτια.
Πάλι ένα τίποτα.
Καράβια αλαργινά κρατούν το υφάδι
που πλέκουν θαυμαστές μικρές ελπίδες.
Από το Κορινθιακό την Καλημέρα μου. Καστρινός.
Η Γέφυρα. Αγγελόκαστρο. Η γέφυρα του τραίνου στο Σταθμό. Ακουαρέλα σε γκοφρέ χαρτόνι του Καστρινού. Διαστάσεις πίνακα 1,10X70
Αγγελόκαστρο Αι Γιώργης. Λάδι σε μουσαμά του Καστρινού.Διαστάσεις 1 μέτρο Χ 60 εκατ.
Κυρά του κάστρου. Λάδι και τέμπερα επάνω σε ειδικό χαρτόνι του Κάστρινού. Διαστάσεις 50Χ7ο. Ο πίνακας βρίσκεται στο γραφείο του συλλόγου απανταχού Αγγελοκαστριτών Αθήνας.
Αγγελόκαστρο Μεγάλη Βρύση. Ελαιογραφία σε καμβά του Καστρινού. Διαστάσεις 1 μέτρο Χ 75 εκα
Πατήστε επάνω στoυς Πίνακες για μεγέθυνση.
ΙΣΤΟΣ. Χωρίς κανείς να μετανιώνει για τα λάθη του
ο ένας τον άλλον υποπτεύεται
ανάμεσα σε ζήλιες έχθρες κι αλληλοκατηγορίες.
Κανείς δεν ξέρει πια τι θα συμβεί
και ο καθ' ένας περιμένει τη σειρά του
στο κολαστήριο της προσμονής για να βρεθεί,
όπου εδώ έχει κάνει κράτος
η αβεβαιότητα η αγωνία και η απελπισία.
Χωρίς κανόνες το παιχνίδι διεξάγεται
με αποτέλεσμα οι πάντες να είναι ηττημένοι.
Τα περιθώρια στενεύουν,
δεν έχει τόπο πια η λέξη προσμονή.
Έχει καλά η αρχή και η εξουσία
ανύποπτα υφάνει τον ιστό της.
Καστρινός.
Μεγάλο πρόβλημα προέκυψε απόψε στον ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ Πειραιώς. Μετά τη συσσώρευση αναρίθμητων επάθλων της ομάδας, δεν υπήρχε χώρος στη λέσχη της ομάδος στο Πασαλιμάνι να τοποθετηθεί το βαρύτιμο έπαθλο της κατάκτησης του πρωταθλήματος Ελλάδος και στο βόλεϊ. Έτσι οι υπεύθυνοι της λαοφιλούς ομάδας που βαρύνονται γι' αυτή την απροβλεψία (άνθρωποι είναι κι αυτοί) αποφάσισαν το κύπελλο να διανυχτερεύσει απόψε στο Δημαρχείο του Ρέντη μέχρι να κατασκευαστεί αύριο εσπευσμένα επέκταση στην πτέρυγα επάθλων της λέσχης του Ολυμπιακού. Για τον λόγο αυτό μάλιστα ζήτησαν απ' το υπουργείο ναυτιλίας να τους παραχωρηθεί χώρος στη θάλασσα για την κατασκευή τεχνητής νησίδας, με την αιτιολογία ότι τα επερχόμενα έπαθλα θα είναι πολλά και αυτή και μόνο αυτή είναι η λύση στο διογκούμενο πρόβλημα των επάθλων του Θρύλου.
Καστρινός.
Θεόρατοι βράχοι με μεγαλείο κι αιώνιο κάλλος από εδώ και από κει και ανάμεσα τους σκαλισμένο το εκκλησάκι, που είναι χωμένο μέσα στη σπηλιά. Στρέφουν το βλέμμα τους μέρα και νύχτα , χιλιάδες οι περαστικοί, σταυροκοπιούνται και της απευθύνουν θερμές και μυστικές τις προσευχές στην άγια εικόνα και μορφή της. Κι εκείνη από ψηλά η Αγιαλεούσα, ως άγρυπνος φρουρός, παραστέκει στο κάθε οδοιπόρο, που διασχίζει τον Αράκυνθο. Και σταματούν πολλοί από τους διερχόμενους ανάμεσα σ' αυτά τα πανύψηλα τα βράχια για να θαυμάσουν και να εμπνευστούν, να ζήσουν δυο στιγμές γαλήνης και ηρεμίας. Κι άλλοι ανηφορίζουν να φθάσουν στην σπηλιά, που βρίσκεται η θαυματουργός εικόνα. Εκεί γονατίζουν και μιλάνε με την Παναγία. Στιγμές Θεοσέβαστες , στιγμές πνευματικού ανεφοδιασμού. Κι έπειτα παίρνουν τον κατήφορο ανάλαφροι και συνεχίζουν το δρόμο τους έχοντας μαζί τους τη χάρη και την ευλογία της Αγιαλεούσας. Σε απόσταση δεκαεννέα χιλιομέτρων από το Μεσολόγγι και καμιά δεκαριά απ' το χωριό μας το Αγγελόκαστρο στην αρχή του στενού περάσματος (Κλεισούρας) του βουνού Αράκυνθος ή Ζυγός στ' αριστερά για τον επισκέπτη, που ανεβαίνει την εθνική οδό Μεσολογγίου - Αγρινίου, το υπέροχο ετούτο μοναστήρι. Η Ζωοδόχος Πηγή, που στο μικρό εκκλησάκι του μοναστηριού υπάρχει πηγή, στην οποία με μικρή σκάλα κατεβαίνουν ευλαβικά οι πιστοί κι όσοι πάσχουν από διάφορες ασθένειες να πιούν απ' το αιώνιο της Άγιας Ελεούσας νάμα.
Συνδεδεμένο τούτο το εκκλησάκι με ιστορικά γεγονότα της νεότερης ιστορίας της πατρίδας μας. Σ' εκείνη την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου Ο Γιαννιώτης Κώστας Ζούκας ή Γιάννης Γούναρης ήτανε κυνηγός στην υπηρεσία του Ομέρ Βρυώνη και κυνηγούσε για λογαριασμό του αφέντη του κι ήταν αυτός που είχε κρυφακούσει το σχέδιο των Τούρκων και διεμήνυσε στους Έλληνες το φοβερό μυστικό κατά την πρώτη πολιορκία του Μεσολογγίου τα Χριστούγεννα του 1822, που κατέληξε σε μία λαμπρή νίκη των Ελλήνων. Σ' αυτό το εκκλησάκι ήρθε και μόνασε σαν Καλόγερος μετά κυνηγημένος απ' τους Τούρκους. Ιστορικοί, αλλά και σπουδαίοι λογοτέχνες και τι δεν έγραψαν μετά γι' αυτό το περιστατικό και έτσι πέρασε ο Γίάννης Γούναρης στην αθανασία και πήρε τη θέση, που του αξίζει, στο πάνθεο των ηρώων του Μεσολογγίου και της Ελλάδας. ΥΓ. Φέτος δεν θα είμαι εκεί τη μέρα της γιορτής της. Όποιος ανηφορίσει προς τα εκεί ν' ανάψει ένα κεράκι και για μένα. Μεγάλη η χάρη της. Καστρινός.
ΜΕΓΑΛΗ ΤΡΙΤΗ.
Με θορυβώδεις προετοιμασίες των συννέφων
με απογοητεύσεις του Απρίλη εντατικές
κι έναν Ιούδα να παραφυλάει κάθε γωνιά,
«Ιδού ο νυμφίος έρχεται
εν μέσω της νυκτός»
Μα ο κήπος της Γεσθημανή ξεράθηκε
όπως οι πασχαλιές σ' ένα φτηνό ανθοδοχείο,
που να εναποθέσεις τώρα προσευχή
δίχως Πιλάτο, αργύρια κι Απρίλη;
Τι να το κάνεις το τροπάριο Κασσιανή
οι φαρισαίοι γίνανε πολλοί
και το «Τετέλεσται» εμείς
το είπαμε από τώρα.
Καστρινός.
Αν έτσι πανηλίθια περάσαμε από καιρό στην παρακμή,
αν τόσο πολύ κοντύναμε τον εαυτό μας
ώστε να μην μπορούμε πια να φτάσουμε
λίγο πιο πέρα απ' την καλοπέραση
αν έχουμε ξεφύγει από καθετί το αληθινό και το ζεστό,
αν κάναμε ρουτίνα τη ζωής μας
γεμάτη με κακίες και μικρότητες,
Αν γκαβοθήκαμε έτσι ξαφνικά
κι άλλο δεν βλέπουμε
από τις ανεξέλεκτες ορέξεις,
ποιος μας φταίει;
Διάολε.
«Μαζί τα φάγαμε»
τα χρόνια μου.
Κι απ' ότι φαίνεται
κοινή πορεία θα 'χουμε από δω και πέρα.
Καστρινός.
40 ήμερο μνημόσυνο είχανε σήμερα οι αστυνομικοί, που ηρωικά έπεσαν στο καθήκον τους στο Ρέντη. Λιβάνι να γενεί το χώμα που τους σκέπασε. Ήτανε σύσσωμη εκεί η ηγεσία της Αστυνομίας για να τους τιμήσει και καλά έκανε. Ουαί κι αλλοίμονο όμως όταν τάφοι ηρωικών νεκρών ερήμην του λαού γίνονται Φασιστοτροφεία.
Καστρινός.
«Ω ρε μεγάλε τι φάρμα είναι αυτή», «Έχω 650 φίλους», «Άσε με τώρα παίζω poker;», « Του έγραψα ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ' στον τοίχο του σου λέω».
Όχι, ρε παιδιά δεν σαλτάρησα. Απλώς ό,τι βλέπω συχνότερα στους φίλους στο face book γράφω.
Ποτέ δεν φανταζόμουνα πώς έτσι απλά με ένα κλικ θα κάνεις φίλους ... Με ένα πάτημα στην εντολή «αποδοχή» στο αίτημα φιλίας κάποιου και τσάκ ένας καινούργιος φίλος, που όλα θα τα μοιράζεται μαζί σου.
Κι έχει και δική του φάρμα, και έχει και δικό του εστιατόριο, και σου δανείζει κιόλα μες την κρίση για να παίξεις poker.
Φυσικά και δεν κρίνω, ούτε κατακρίνω κανέναν γιατί είμαι κι εγώ εδώ παρόν, απλώς προσπαθώ να διερευνήσω και να καταλάβω τι μ' έκανε κι αραίωσα τώρα τελευταία απ' το Καφενείο.
Ίσως ετούτο το facebook να είναι μια φυγή απ' την σημερινή άθλια καθημερινότητα. Ένα μέσο για να ξεφύγεις από ότι σε αγχώνει, σε πιέζει και σε στεναχωρεί ( που τώρα τελευταία αυτό γίνεται όλο και πιο πολύ). Το διαβατήριο σα να λέμε για να ταξιδέψεις σε μια χώρα όπου δε χρειάζεται να έχεις χρήματα, δε χρειάζεται να προσέχεις πώς ντύνεσαι και πώς μιλάς, δε χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα και σε κανέναν
Τι θέλω να πω με όλα τούτα εδώ! Ότι, όπως τα περισσότερα στη ζωή μας, έτσι και η νέα αυτή συνήθεια δεν είναι ούτε καλή ούτε τόσο κακή ... Χρειάζεται κι εδώ να υπάρχει μέτρο. Ισορροπίες ανάμεσα στο τι είναι ρεαλιστικό και τι όχι, στο τι συμβαίνει πραγματικά και τι φανταστικά λαμβάνει χώρα εδώ.
Πάντως ένα είναι σίγουρο και είμαι σίγουρος ότι κι εσείς θα συμφωνείται. Πως τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την ανθρώπινη επαφή. Την άμεση τη σχέση με τ' άτομα που είναι κοντά μας. Κι όμως εμείς εκεί, οι ίδιοι να υψώνουμε τους τοίχους γύρω μας, που οι τοίχοι αυτοί είναι οι γνωστοί τοίχοι του προφίλ, που όμως μοιραία μετατρέπονται στην κυριολεκτική έννοια της λέξης. Εμείς οι ίδιοι την ζωή μας εγκλωβίζουμε μέσα σε μια ιστοσελίδα, αντί απλά να βγούμε έξω και έτσι απλά όπως μπορούμε να τη ζήσουμε.
Τέρμα δεν γράφω άλλα, το κλείνω ετούτη τη στιγμή και πάω στο Καφενείο. Να είστε όλοι σας καλά. Καλή σας μέρα.
Καστρινός.
ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ.
Σ΄ ένα παλιό συρτάρι
παραπεταμένες από χρόνια,
κάτι παλιές φωτογραφίες
με κατήγγειλαν απόψε.
Κι ήτανε βάσιμα
τα επιχειρήματά τους.
Πλακάκια λέει τα 'κανα
με τη σημερινή την εποχή
και τη δική τους εποχή
είχα αφανίσει.
Για τούτη την ταπείνωση
ζητάγανε δικαίωση,
γιατί έτσι λέει, τις είχα ατιμάσει.
Το μόνο που απαιτούσανε
κι αυτό ειν' το ακατανόητο,
ήταν να γράψω επάνω τους
τη λέξη «σε θυμάμαι».
Πιάνω για να το γράψω,
και θα με πιστέψετε;
Δεν το θυμόμουνα καθόλου
αυτό το «σε θυμάμαι».
Καστρινός.
ΣΕ ΘΕΣΗ ΜΑΧΗΣ.
Σύννεφα βαραίου τύπου
τεθωρακισμένα
νερό και λάσπη στάζοντας
απ' τις ερπύστριες,
παρέκαμψαν των αστεριών
το ναρκοπέδιο
και μιας τεράστιας σελήνης
την εμπροσθοφυλακή,
και επελάυνουνε
την άνοιξη να διώξουν.
Το νου μας τώρα
ταπεινοί θαλαμοφύλακες,
σ' εμάς ο κλήρος έτυχε
για να την υπερασπιστούμε.
Να στρώσουμε καινούργια
ναρκοπέδια με πανσέδες,
να παρατάξουμε σωστά
τις παπαρούνες
μπροστά απ' των χαμομιλιών
τα χαρακώματα,
με πράσινο παραλλαγής
να ντύσουμε τη γη.
Και μην μου πεις
πως δεν θ' αντέξουμε,
πως είμαστε άοπλοι
ετούτο τον καιρό.
Έρχεται η οπισθοφυλακή
του έρωτα,
να μας στηρίξει
και σ' αυτή τη μάχη.
Καστρινός.
Θειε θα μου ανοίξεις τον υπολογιστή να γράψω κάτι. Τον άνοιξα μην της χαλάσω το χατίρι, κι έμεινα έκθαμβος διαβάζοντάς το, από τη σκέψη αυτού του μπόμπιρα. Ιδού λοιπόν τι έγραψε η δωδεκάχρονη ΔΑΝΑΗ.
Tι είναι η ζωή;
Ένα ποτάμι που δεν γυρίζει πίσω...
Δεν μπορείς να το αγγίξεις ή να το αλλάξεις...
Πρόσεχέ την, γιατί είναι όμορφη,
κι εύκολα μπορεί κάποιος να σου την πάρει
ή να την βαρεθείς...
Αυθόρμητη κι ευαίσθητη,
κάνει πράγματα που δεν σου αρμόζουν
ή πράγματα που αφήνουν πληγές μεγάλες
όπως την μέρα που έπεσες απ' το ποδήλατο
κι έμεινε η ουλή στο αριστερό σου πόδι
Ζητάει πράγματα παράλογα
σαν ένα μικρό παιδί
που αρνείται να καταλάβει ότι
τα χαρτονομίσματα δεν είναι περιτυλίγματα
από την αγαπημένη σοκολάτα...
Δεν καταλαβαίνει ,
δεν υπακούει στις διαταγές σου,
κάνει πως δεν σε ακούει όταν της φωνάζεις
και την κατηγορείς για σφάλματα
που έκανε
και ψάχνει τρόπους διαφυγής...
Καταλήγει στην αδιαφορία
προς το άτομό σου
και αυτό σε νευριάζει ακόμα περισσότερο
Κάνει σαν μία έφηβη που θύμωσε
γιατί αρνήθηκες να πάει βόλτα
με τους φίλους της...
Κι ακόμα όταν σου κάνει το χατίρι
αλλά με πλάγιο τρόπο,
που δεν καταλαβαίνεις,
πεισμώνει για την αχαριστία σου
σαν ένας ώριμος αλλά,
πεισματάρης ενήλικας
όπως κι εσύ
που αρνείσαι να δεχτείς ότι η γη γυρίζει
και μαζί της γυρίζεις κι εσύ
Ότι ο χρόνος κυλά
και κυλάς κι εσύ μαζί του...
Πριν από, ποίος ξέρει πόσα χρόνια,
ήθελες να αλλάξεις τον κόσμο
και κατέληξες να αλλάζεις κανάλια
Βουλιαγμένος σε έναν ξεχαρβαλωμένο καναπέ
ο οποίος δεν σε σηκώνει πια,
με όνειρα κλεισμένα σε ένα κουτί μανικετόκουμπων
που το ανοίγεις μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις
και θυμάσαι τα όνειρα που είχες κάποτε
και δεν τα εκπλήρωσες πότε
γιατί η ζωή έχει πολλά γυρίσματα
αλλά την ζωή την καθορίζουμε εμείς
αλλά προτίμησες αντί να γυρίζεις τον κόσμο
να γυρίζεις σπίτι απ'τις 8
γιατί δεν έχεις τίποτα καλύτερο να κάνεις
Ακούς το καινούριο αγαπημένο σου τραγούδι
στο σούπερ-μάρκετ
Κλεισμένος σε ένα κλουβί
που παραπονιέσαι γιατί δεν είναι χρυσό
αλλά δεν σε νοιάζει να βγεις
γιατί φοβάσαι να φύγεις
από την βολική θέση που έχεις πάρει
Οι φίλοι παντρεύονται και παίρνουν διαζύγιο
από το να τα φτιάχνουν και να χωρίζουν...
Το να αλλάξεις τον κόσμο
είναι, τώρα πια, εφηβική ανησυχία
ΣΕ ΧΟΡΟ ΑΠΟΚΡΙΑΣ.
Σε χορό αποκριάς πειρατής θα εισέλθω και μια μάσκα θα φοράω κοινή, παγωμένο φιλί να κουρσέψω θα έρθω και καρδιά απ' αγάπη αδειανή. Σα νεράιδα εσύ μέσα στ' άσπρα ντυμένη με καφτάνι λεπτό ηδονής. σ' αγκαλιά Αρλεκίνου όλη νύχτα χωμένη. Σήμα SOS θα εκπέμπω, δε θ'ακούει κανείς. Σε χορό απουσιών ένα μπλούζ θα ζητήσω ξέρω εσύ ειρωνικά θα γελάς. το σπαθί μου επάνω στη καρδιά μου θ' αφήσω τ' Αρλεκίνου τα χείλη ποθητά σαν φιλάς.
Το κορμί μου αμανάτι εκεί δίπλα θ' αφήσω πλάι σε τύμβο ερώτων νεκρών, Καρναβάλι της θλίψης τη ψυχή μου θα ντύσω σε παρέλαση πόθων κι οραμάτων πικρών.
Καλές απόκριες σ' όλους. Καστρινός.
ΕΑΡΙΝΗ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.
Πάρε βαθιά ανάσα σήμερα και θα διαπιστώσεις κάτι άλλαξε.
Τι κι αν φοράς εσύ ακόμα το παλτό σου,
κοίτα η κορομηλιά απέναντι,
φόρεσε άσπρη τουαλέτα
να συμμετάσχει στη μεγάλη τη γιορτή.
Είναι η δικιά της γιορτή κι είμαστε όλοι καλεσμένοι ..
Έτσι και φέτος, μπήκε η Άνοιξη
κι εσύ δεν το κατάλαβες ακόμα.
Και πώς να καταλάβεις θα μου πεις,
που όλα γύρω σου φοράνε γκρι μπουφάν,
και μαύρο πανωφόρι όλη η ανθρωπότητα.
Κι όμως έπρεπε να το ψυλλιαστείς.
Κάτι έπρεπε να έχεις καταλάβει.
Τα συναισθήματα εδώ και μέρες αναζητούν την αλλαγή,
και μυστικά προετοιμάζουν επανάσταση.
Βγαλ'το χαμόγελο λοιπόν από τον καταπιεσμένο σου εαυτό,
κι ανέτρεψε τα μαύρα δεδομένα.
Ασ' την ψυχή σου να γευθεί ελευθερία
στην ιερή εαρινή αντεπανάσταση.
Έκλεισε οριστικά ο κύκλος του Χειμώνα,
κι άδικα φοβερίζει πνέοντας τα λοίσθια.
Γεμίσανε αδρεναλίνη τα κορμιά,
και δίψα ερωτική τα βλέμματα.
Δεν ανατρέπονται εύκολα οι στατιστικές,
σε κάθε ανύποπτη στιγμή παραμονεύει εκδικητής ο έρωτας.
Ανοιξ' τις θύρες της ψυχή σου για να μπει,
και από εκεί να εξακοντίσει ηλιαχτίδες.
Μην το τρενάρεις άλλο πια και πάρε θέση.
Άρχισε η εαρινή η αντεπίθεση.
Καλό μήνα καλή Άνοιξη σ' όλους. Καστρινός.
ΕΑΡΙΝΗ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ.
Πάρε βαθιά ανάσα σήμερα και θα διαπιστώσεις κάτι άλλαξε.
Τι κι αν φοράς εσύ ακόμα το παλτό σου,
κοίτα η κορομηλιά απέναντι,
φόρεσε άσπρη τουαλέτα
να συμμετάσχει στη μεγάλη τη γιορτή.
Είναι η δικιά της γιορτή κι είμαστε όλοι καλεσμένοι ..
Έτσι και φέτος, μπήκε η Άνοιξη
κι εσύ δεν το κατάλαβες ακόμα.
Και πώς να καταλάβεις θα μου πεις,
που όλα γύρω σου φοράνε γκρι μπουφάν,
και μαύρο πανωφόρι όλη η ανθρωπότητα.
Κι όμως έπρεπε να το ψυλλιαστείς.
Κάτι έπρεπε να έχεις καταλάβει.
Τα συναισθήματα εδώ και μέρες αναζητούν την αλλαγή,
και μυστικά προετοιμάζουν επανάσταση.
Βγαλ'το χαμόγελο λοιπόν από τον καταπιεσμένο σου εαυτό,
κι ανέτρεψε τα μαύρα δεδομένα.
Ασ' την ψυχή σου να γευθεί ελευθερία
στην ιερή εαρινή αντεπανάσταση.
Έκλεισε οριστικά ο κύκλος του Χειμώνα,
κι άδικα φοβερίζει πνέοντας τα λοίσθια.
Γεμίσανε αδρεναλίνη τα κορμιά,
και δίψα ερωτική τα βλέμματα.
Δεν ανατρέπονται εύκολα οι στατιστικές,
σε κάθε ανύποπτη στιγμή παραμονεύει εκδικητής ο έρωτας.
Ανοιξ' τις θύρες της ψυχή σου για να μπει,
και από εκεί να εξακοντίσει ηλιαχτίδες.
Μην το τρενάρεις άλλο πια και πάρε θέση.
Άρχισε η εαρινή η αντεπίθεση.
Καλό μήνα καλή Άνοιξη σ' όλους. Καστρινός.
Είναι υπέροχο ο οργανισμός ν' αποφασίζει μόνος του το πότε θα εγερθεί χωρίς το πρωινό χαστούκι απ' το ξυπνητήρι - εφιάλτη. Το ρολόι να δείχνει αισίως εννιά και δέκα και με αργές νωχελικές κινήσεις να κατευθύνεσαι προς το δίδυμο της πρωινής απόλαυσης: παράθυρο - και θάλασσα.
Ένας ζεστός πρωινός καφές, με συνοδεία μουσικής είναι ότι πρέπει, μ' αντίκρυ σου τη θάλασσα, και τα λεπτά περνούν αργά, κι έχει όλο το χρόνο που χρειάζεται το μυαλό να διανύσει τη μακρά διαδρομή ύπνος - ξύπνιος.
Και λιβανίζουν τη σκέψη τα πρώτα πρωινά τσιγάρα και προσπαθείς να ανασύρεις στο προσκήνιο τη μέρα, χωρίς υποχρεώσεις, διαδρομές και σούρτα φέρτα.
Βαθιά ανάσα πεύκου και αρμύρας μετά χασμουρητού ξεπιάσματος και η συνέχεια επί του υπολογιστού για τα γραφόμενα.
Αφήνεις το μάτι σου ελεύθερο να περιπλανηθεί σε ότι του τραβάει το ενδιαφέρον κι αυτό που σ' εντυπωσιάζει είναι πως όλα γύρω σου κινούνται σε slow motion.
Βυθίζεις το βλέμμα στο γαλάζιο, ρουφώντας αργά τον καφέ και προσκαλείς τις πιο ευχάριστες συντροφικές αμαρτίες του παρελθόντος για παρέα, παρακολουθώντας την ανοδική πορεία του ήλιου και την καθοδική πορεία της στάθμης του καφέ.
Κι εδώ καταλαβαίνεις πια ότι η καθημερινότητα σε αδειάζει όλο και περισσότερο, και ευτυχώς που έχεις κι αυτό το βύσμα του φορτιστή για να γεμίζεις ξανά τη μπαταρία σου, σκεπτόμενος πλην όμως αποφορτισμένος ότι η αυριανή η μέρα θα είναι σίγουρα πολύ διαφορετική .
Λίμνη Ηραίου στο Λουτράκι. Καστρινός.
Κάθεσαι κάποιες μοναχικές νύχτες με τσιγάρο κι αλκοόλ κι αναπολείς τα χρόνια τα παλιά που έγραψαν με άσπρη κιμωλία ανεξίτηλα στην ψυχή σου. Κι έρχονται εκεί δίπλα σου κάποιες εικόνες, και σου ανάβουνε φωτιά με το παλιό του παρελθόντος το τσακμάκι. Και ξετινάζεις καλύτερα τη μνήμη σου, κι έρχονται στο μυαλό σου παλιές εικόνες και στιγμές, που σε σημάδεψαν στο σκοτεινό το γύρισμα του χρόνου. Και σου θυμίζουνε να όπως απόψε καλή ώρα, το χάρτη που ήταν κρεμασμένος στον πίσω τοίχο της παιδικής σου τάξης στη κάτω αίθουσα του παλιού δημοτικού σχολείου, που αναπαριστούσε σε μορφή κύκλου το χρόνο και τις τέσσερις εποχές. Πάντα ο Χειμώνας ήταν τοποθετημένος στο πάνω αριστερά τεταρτημόριο και η Άνοιξη ακριβώς πάντα δεξιά. Και θύμιζε ο Χειμώνας πάντοτε έτσι που ήταν στο χάρτη τοποθετημένος, δύσκολο κακοτράχαλο ανήφορο, καθώς ανέβαινες επάνω στο θρανίο πατώντας στ' ακροδάχτυλά σου, για να τον σημαδέψεις με το δάχτυλο. Το δάχτυλο που όταν έφτανε στην Άνοιξη στο χάρτη, έπαιρνε ευθύς την κατηφόρα και ετοιμαζόταν για την τελική και κατηφορική ευθεία στο δρόμο του καλοκαιριού. Έτσι κυλίσανε τα χρόνια σ' ανηφοροκατήφορο, πότε γοργά και πότε βαριεστημένα, με το μυαλό απόψε να σφηνώνει στο χάρτη του παλιού δημοτικού σχολείου του χωριού. Και συναντάς όλα εκείνα τα παιδιά της νιότης που πήγαιναν σχολείο με κουρεμένα τα κεφάλια, κι εκεί κοντεύει ο ύπνος να σε πάρει σ΄ ένα θρανίο σχολικό, στο ίσωμα απ' το Χειμώνα για την Άνοιξη, κάτω απ' τον χάρτη του παλιού δημοτικού σχολείου. Καστρινός.
![]()
Ένας μεγάλος κλαριτζής ο Γιάννης Βασιλόπουλος ξεκίνησε για το στερνό του το ταξίδι. Τα βιώματα που έχουμε εμείς οι Αγρινιώτες από το όργανο που λέγεται κλαρίνο, το γνήσιο το γύφτικο κλαρίνο, και μάλιστα στα χέρια τέτοιων βιρτουόζων σαν το Βασιλόπουλο είναι αξεπέραστα. Γιατί έτσι γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε εκεί στα καπνοτόπια και το νανούρισμά μας ήταν ο σκοπός του. Μ' ένα διήγημά μου κερί στη μνήμη του εγώ ανάβω απόψε.
Ε! ΡΕ ΓΙΑΝΝΑΚΗ ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΕ.
Άκουγε φέτος το μαρς απ' το κλαρίνο και δάγκωνε τα χέρια του. Είχε ορκιστεί να μην ξαναπατήσει στο Πανηγύρι. Πανάθεμα, πώς το καταντήσανε. Ποιός; Αυτός που ο χορός ήταν η ζωή του, που τον είχε στο αίμα του από τα γεννοφάσκια του.
Κι όσο το κλαρίνο του Βασιλόπουλου στρούφιζε με τα τσαλίμια και τα τσακίσματά του το τσάμικο, τόσο πνίγονταν στον ιδρώτα και στην αγωνία. Λίγο ακόμα να μπήξει τις φωνές.
Αντίκρυ του η κυρά τον έβλεπε και τον λυπόταν. Τάπωνε κι αυτή τ' αυτιά της. Και πού να κλείσεις τζαμόπορτα.
Ντάλα Αύγουστος. Κατακαλόκαιρο. Και δώστου του 'βαζε κρασί μπας και τον πάρει ο ύπνος και λυτρωθεί. Πού όμως, μόνο το τσιγάρο το 'να πάνω στ' άλλο πάφ και πουφ και μάτι γαρίδα, άγριο, τσιμπλιασμένο.
Ε, ρε, τι τον βρήκε απόψε. Τέτοια τιμωρία δεν την περίμενε. Τι το ήθελε εκείνο το ξέσπασμα στο καφενείο κι εκείνον τον όρκο στα κόκκαλα του πατέρα του ότι δεν ξαναπατάει στο πανηγύρι έτσι που το κατάντησαν και το 'καναν μοντέρνο λέει.
Μεγάλο κακό ετούτο απόψε. Ε, ρε Γιαννάκη Βασιλόπουλε εδώ πού βρέθηκες. Το 'χε στο αίμα τούτος το κλαρίνο. Απ' τα μικρά του, μόλις στάθηκε στα δυο του, δεν τρόμαζε όπως τ' άλλα μωρά. Τσίτωνε τ' αυτί του ν' ακούσει το κλαρίνο και νάτος με το σκέρτσο στον πισινό χτύπησε τα πόδια πάνω στο τραπέζι και τα χέρια του παλαμάκια.
Τι ναι τούτος Ορέ! Θάμαξαν όλοι. Τούτος θα γίνει χορευταράς καλύτερος κι απ' τον πατέρα του ..και δώστου του 'βαζαν μια στάλα μπίρα να βυζάξει με το δάχτυλό.
Στα πέντε του σειόταν και λυγιόταν με το σκοπό του κλαρίνου και στα δεκαπέντε του δεν βρισκόταν δεύτερος να τον παραβγεί.
Στο συρτό και τον καλαματιανό σκέτο ελάφι. Και στον τσάμικο γινόταν αετός.
Πήδαε δυο μέτρα μ' ένα δυνατό ο-ο-ο-ο-οπ κι έκοβε το μαντήλι που τον κράταγε. Κι έπειτα τιναζόταν ψηλά και στεκόταν ακίνητος με τη στερνή τη νότα του κλαρίνου. Ολάκερο το χρόνο συζητιόνταν ο χορός και τα τσαλίμια του στο χωριό. Τον παρακαλούσαν οι παρέες να καθίσει μαζί τους και να τα κεράσματα στο τραπέζι και τα λεφτά απάνω στο πατάρι.
Αυτή ήταν η ζωή του στο χωριό. Αργοκίνητο καράβι. Βάλε και τον παιδεμό του στα καπνοτόπια και τα μποστάνια. Να πάρει και να σηκώσει. Τούτο λοιπόν το πανηγύρι ήτανε όλο το χρονιάτικό τους. Τα όργανα, οι κλαριτζήδες και οι τραγουδιστάδες. Μισοί με τον Βασιλόπουλο κι άλλοι μισοί με τον Σαλέα.
Άλλα ωραία χρόνια όμως και άλλες εποχές!
-Τι με κοιτάς σα χαμένη ωρέ. Φώναξε.
Μπρός ,βάλε τα καλά σου και πάμε στο Γιάννη.
-Παλάβωσες χριστιανέ μου. Είπε Εκείνη.
Έλα στα σικγαλά σου.
-Άκουσες τι είπα.
Και πού 'σαι, θα 'ρθουν και τα παιδιά μαζί. Ο μεγάλος θα πάρει
φέτος τη θέση μου στο χορό . Άντε Αναγκάστε.
Κι έπιασε τον αγαπημένο του σκοπό.
Νεραντζούλα φουντωμένη που 'ναι τ' άνθη σου ....
-Παραγγελιά δικιά μου να πεις στο Γιάννη.
Τ' ακούς. Άιντε πάμε και του χρόνου.
Καστρινός.
Άστο κάτω ρε μουσουλμάνε κιαρατά το άσυλο.
Όχι ε; Ρατσιστικό και παρατραβηγμένο.
Κύριε μωαμεθανέ μπορείτε να εξέλθετε του Ασύλου;
Ποιο ασύλου αφιντικό ημάς είπανε πιράσουμε καλά δουμάτιο κέντρου, κι εδώ λέει ξύλου αστυνομία.
Βγες ρε παιδάκι μου από εκεί κι άσε τι είπαν και δεν είπαν.
Ποιος σου είπε ρε χαμένε ότι θα έχουμε ποτέ άσυλο εμείς; Το άσυλο είναι για άλλους βλάκα ε βλάκα.
Ιγώ όχι βλάκα αφιντικό. Πεινασμένο.
Κι εγώ πεινασμένο , πάρε σουβλάκι τώρα και βγες από κει.
Κι τίνος είνε ασύλο αφιντικό.
Εδώ ρε φουκαρά Ισλαμιστή που σου είπανε ότι ειν' παράδεισος κι ότι θα τρως πιλάφια με χρυσά κουτάλια και σοκολάτες με τα γιουσουφάκια αγκαλιά, το άσυλο εδώ και χρόνια το έχουν άλλοι. Το έχει η κυβέρνηση, οι τροικανοί, το ΔΝΤ, με τα τσιράκια τους και τα παπαγαλάκια τους, η κοινοβουλευτική πλειοψηφία του μνημονίου, οι τραπεζίτες, οι καναλάρχες, οι βιομήχανοι, οι εφοπλιστές κλέφτες οι καταχραστές και οι τοκογλύφοι. Καταλαβαίνει τώρα;
Ασύλο γιοκ ιδώ λαό;
Ασύλο γιοκ ιδώ λαό κι γιοκ δουλειά κι γιοκ λεφτά, κι γιοκ Δημοκρατία. Γαμίσω χώρα του γαμώ.
Εφημερίδα το ΚΑΣΤΡΟ. ( Παραλειπόμενα) Καστρινός.
Εκείνα τα γνήσια τ' αγνά τα χρόνια κάτω στο χωριό, όλα τα παιδάκια παίζανε κρυφτό και κυνηγητό. Το κυνηγητό μου άρεσε, γιατί ήτανε παιχνίδι στα ίσια, το 'βαζες στα πόδια όσο άντεχαν τα ποδαράκια σου κι άντε να σε πιάσουνε. Το κρυφτό δε μου άρεσε, δεν το 'παιζα εγώ.. Ποτέ δεν έμαθα να κρύβομαι καλά, και πάντα υπήρχαν τα καρφιά και οι ρουφιάνοι. Με βρίσκαν εύκολα, και έπειτα με βάζανε να τα φυλάω. Και κρύβονταν οι άλλοι, κι έπρεπε εγώ πάντοτε να τους ψάχνω. Κι ήταν κάτι παιδάκια από τότε μαθημένα στο να κρύβονται καλά, γι' αυτό διέπρεψαν στη λαμογιά, αργότερα και σαν μεγάλοι και στη πολιτική σκηνή του τόπου μας. Αυτά για τότε.
Μετά ήρθε η δικτακτορία, και το παιχνίδι έγινε πραγματικότητα. Οι μισοί κυνηγούσαν τους άλλους μισούς, κι αυτοί οι άλλοι μισοί κρυβόντανε απ΄ τους άλλους τους μισούς που τα φυλάγανε, τάχα για το καλό του έθνους.
Με τη μεταπολίτευση πάει χάθηκε το κρυφτοκυνηγητό. Κανένας πια δεν έτρεχε, όλοι είχανε αράξει, γιατί θα τρέχαν λέει οι πολιτικάντηδες γι΄αυτούς, έλα όμως που ετούτοι τρέχαν μόνο για την τσέπη τους, και μάλιστα χωρίς κρυφτό. Στα φανερά ριμάξανε τον τόπο.
Σήμερα όμως το παιχνίδι σαν εφιάλτης αναβίωσε. Το παίζει όλη η Ελλάδα κάθε μέρα.Τρέχουμε όλοι, όλη μέρα όσο αντέχουν τα ποδάρια μας για να επιβιώσουμε, και έπειτα κρυβόμαστε στα σπίτια μας, ακόμα κι απ' τον ίδιο τον εαυτό μας. Ξένοι τα φυλάνε τούτη τη φορά, μνημόνιο τους λέν και Τρόϊκα, πάλι για το καλό λέει του έθνους .
Καστρινός.
Γεννήθηκα κάπου εκεί, τέλη της δεκαετίας του πενήντα σε μια καπνόριζα από κάτω από γονείς τίμιους καπνοπαραγωγούς. Η πρώτη διαφήμιση που είδανε τα μάτια μου ήταν μια καδρομένη αφίσα Καρέλια Σέρτικα Αγρινίου στο Καφενείο του χωριού. Γενιά του νομου 4000, των Μπήτλς, και των παιδιών των λουλουδιών.. Στην τηλεόρασή τη νεογέννητη αργότερα, μου δείχνανε διαφημίσεις Άσσου Φίλτρο, Old Navy, Όσκαρ και Παλλάς. Τα βράδια καρτερούσα με λαχτάρα να δω τους καουμπόηδες του Marlboro και την καμήλα Camel πλάι στίς πυραμίδες κι έτσι, μεγάλωσα εγώ μαζί με το τσιγάρο. Μαζί του πέρασα την εφηβεία μου, μ' ένα Καρέλια φλέτζα δέκα σιγαρέτων στο γυμνάσιο κι ενηλικιώθηκα μαζί αυτό, κι άμα έχεις ζήσει τόσα πράγματα, με ένα τσιγάρο πάντοτε στο χέρι, κομμάτι δύσκολο να το αποχωριστείς. Είναι σα να αφήνεις κάτι από τον εαυτό σου. Εξάλλου όλοι οι ανθρώποι έχουν ελαττώματα, κι όλοι μαθαίνουμε να ζούμε με αυτά. Τώρα θα με καθίσουν λέει στο σκαμνί του κατηγορούμενου γιατί υπέκυψα στις διαφημίσεις που μου δείχνανε και προσαρμόστηκα σ' αυτόν τον τρόπο της ζωής. Γιατί αυτός ο τρόπος έγινε κομμάτι του εαυτού μου που αρνούμαι να εγκαταλείψω οικιοθελώς. Γι' αυτό το λόγο τώρα διώκομαι λοιπόν. Και να λεγες πως δεν τούς χρυσοπλήρωσα; Πόσα μου έχουν πάρει όλα τα χρόνια που καπνίζω, με φόρους, και φόρους πάνω στους φόρους, και με το να ναι το τσιγάρο μου ένας από τους βασικούς αιμοδότες της οικονομίας, και να' χει φτάσει να' ναι λιγάκι πιο ακριβό σχεδόν κι από ένα πιάτο με φαί. Γιατί λοιπόν τώρα διώκομαι από παντού; Αλλάξαν τώρα λέει τα πράγματα ...;. Θα τιμωρείται όστις δεν συνεμορφώθη. Τα είπαν κι άλλοι αυτά σε άλλες εποχές φασίστες. Γι΄ αυτό σας λέω: Ελάτε κλάστε μου τον πέρδικο λοιπόν, που λένε και στο χωριό μου οι παλιότεροι.. Εφημερίδα το ΚΑΣΤΡΟ. Καστρινός.
Καταστάσεις ζωής άλλων εποχών που χρωματίστηκαν από τις ιδιαιτερότητες του καιρού τους, από τα ήθη του χωριού, τις συγκυρίες και πάντως από το τώρα που συνήθως αναζητάει την εξιδανίκευση στο παρελθόν. Ο χρόνος κατέταξε αυτά τα περιστατικά στα παροιμιώδη της μικρής κοινότητας. Πραγματικές ιστορίες, αληθινά γεγονότα ανθρώπων του χωριού, που λίγο- πολύ έμειναν στη μνήμη, είτε για την ιδιοσυγκρασία του πρωταγωνιστή, είτε για την εξέλιξη και το δίδαγμά τους. Ο Κώστας τα διέσωσε, τα έντυσε με τα ρούχα τα δικά του, για να μη ξεθωριάσουν ούτε από χειμώνες ούτε από καλοκαίρια. Οι ιστορίες αυτές είναι γνωστές, δε χρειάζεται να τις απαριθμήσω. πιστεύω άλλωστε ότι η καλοσχεδιασμένη διάταξη της συλλογής είναι μία από τις αρετές της. Πάντως η μεγαλύτερη είναι η ευαισθησία του Κώστα, όπως διαχέεται στις σελίδες του, που εκρέει από τον σπάταλο έρωτά του για τη μικρή μας πατρίδα Τέτοια συναισθήματα δεν αφήνουν το χρόνο να σκυλεύσει στην ψυχή μας τη δική μας εστία, το Αγγελόκαστρο, το χώρο και το χρόνο που γεώργησε τα βιώματα και το μεγάλωμά μας. Κι ακριβώς εδώ έγκειται η συνεισφορά του Κώστα και η αξία των Ιστοριών του Χωριού. Απ΄τον πρόλογο του βιβλίου του καθηγητή και συγγραφέα Ευθύμιου Α Πριόβολου. Διαβάστε ολόκληρο το βιβλίο στην ολοκληρωμένη του μορφή εδώ: [www.pureportals.com]
![]()
Όλες ετούτες τις χρονιάρες μέρες ως την παραμονή των Φώτων, σ' ολόκληρη την Ελλάδα, πιστεύουν πως βγαίνουν οι Καλικάντζαροι. (Τα Καρκατζέλια η τα Πάγανα) τα'λεγαν οι παλιότεροι στο Αγγελόκαστρο. Ο λαός, τους φαντάζεται «μαυριδερούς με κόκκινα μάτια, με τρίχινα πόδια, με μαϊμουδίσια χέρια και τρίχες σ' όλο το κορμί.. Έρχονται τις άγιες μέρες και μπαίνουν στα σπίτια των ανθρώπων για να τα ξαφρίσουνε μιας και τους αρέσουνε οι τσιγαρίδες και ο σουφλιμάς οι τηγανίτες και τ' αϊ-βασιλιάτικα γλυκά.
Γυρίζουν στο υπόγειο βασίλειό τους στα έγκατα της γης όπως μας λέει η παράδοση, την παραμονή των Φώτων εγκαταλείποντας τις στέγες των σπιτιών που έμειναν δώδεκα μέρες και σύμφωνα πάντα με την παλιά παράδοση, όταν ο παπάς περνάει από σπίτι σε σπίτι του Σταυρού, την παραμονή των φώτων και αγιάζει τα σπίτια. Έλεγε η βάβω η Κώσταινα εκείνα τα' αθώα χρόνια κάτω στο χωριό, πως μόλις έβλεπαν τον παπά με τον τσίγκινο μαστραπά με τον Αγιασμό, και το σταυρό στα χέρια, ειδοποιούσαν το ένα το άλλο ως εξής.
Φευγάτε να φεύγουμε
γιατί έρχεται ο τραγόπαπας
με την Αγιαστούρα
και την καταβρεχτούρα.
Κατά μιά άποψη,τους Καλικάντζαρους τους επινόησαν οι πρώτοι Χριστιανοί, με σκοπό, με αυτό τον τρόπο, να προκαλέσουν το τρόμο και το δέος σ' αυτούς που δεν πιστεύανε ακόμα στον Χριστιανισμό και δεν έτρεχαν να βαφτιστούν στη νέα θρησκεία. Γι αυτό και οι Καλικάντζαροι εγκαταλείπουν τις στέγες των σπιτιών την παραμονή των Φώτων, που γίνεται ο μικρός αγιασμός, πριν την μεγάλη γιορτή της Βάφτισης του Χριστού. Στο πέρασμα όμως του καιρού και καθώς η κοινωνία όλο και πονήρευε οι Καλικάντζαροι έγιναν στη συνείδηση του λαού «μικρά χαριτωμένα δαιμονάκια», που πειράζουν τους ανθρώπους δώδεκα μέρες και που μόνο φρίκη δεν προκαλούν. Τώρα αν θέλετε και την δική μου άποψη. Δεν φεύγουνε εδώ είναι ολόκληρο το χρόνο και μας αλλάζουν κάθε μέρα τον αδόξαστο. Αυτοί που κατά καιρούς μας κυβερνήσαν και μας κυβερνούν τι άλλο μπορεί να είναι από Αρχικαλικάτζαροι.
Κώστας Καστρινός.
Απ' τα παραλειπόμενα της εφημερίδας ΚΑΣΤΡΟ. Εδώ: [www.pureportals.com]
Τι ήθελα και ξύπναγα δεύτερη μέρα σήμερα σ΄ αυτό το χρόνο τον καινούργιο. Κι έτυχε και ριμαδοβροχοΚυριακή. Τι έχεις ρε άνθρωπε πρωί- πρωί με τέτοια φάτσα; Τίποτε τα καντήλια μου, τα νεύρα μου. Νοιώθω πως κολυμπώ σε μια λάσπη απ' το βράδυ ως το πρωί. Ηρέμησε άνθρωπέ μου, στην ηλικία σου θα πάθεις τίποτα. Τι να ηρεμήσω; Σήμερα που θα βρω εγώ έναν άνθρωπο, ανάμεσα στους λίγους που απομείνανε; Οι περισσότεροι απ' αυτούς είναι φελλοί. Λείπουν οι άνθρωποι οι χρήσιμοι στις μέρες μας, οι βλαβεροί και οι βλαμμένοι είναι πιο πολλοί. Οι μεταπράτες, οι εγωμανείς και οι τυφλοπόντικες, οι ακροβατούντες , οι αφήστε με ήσυχο και τα παράσιτα, επικρατήσαν πια στην καθημερινή μας τη ζωή. Κι αν άλλοτε όλοι ετούτοι σου ήταν αδιάφοροι, σήμερα σε μια Ελλάδα που υποφέρει, όλοι ετούτοι ειν' αρρώστια και λοιμός. Προφυλαχτείτε Έλληνες ταπεινωμένοι και ακρωτηριασμένοι. Είναι κολλητικός αυτός ο ανεξέλεγκτος στις μέρες μας ιός. Καστρινός.
ΓΙΑ ΦΕΤΟΣ ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΑΝΑΒΑΛΟΝΤΑΙ.
Ορδές καλικατζάρων τηλεκανιβαλιστών
κραδαίνοντας ρομφαία τηλεθέασης
με ευχετήριες κάρτες ηλεκτρονικές
με ψεύτικες διαφημιστικές ευχές,
ψεύτικα όνειρα και δέντρα πλαστικά
πηδώντας απ' τ' αχιόνιστα καμπαναριά
ναών φωτόχυτων, ευροκρατούντων
ήρθαν να μου επιβάλουν επιτακτικά,
ότι και φέτος έχουμε Χριστούγεννα.
Όμως οι άγγελοι και οι μάγοι από φελιζόλ
στις γύψινες γιορταστικές των δήμων φάτνες,
πετάξανε απ' τα χέρια τους το΄΄ επί γης ειρήνη΄΄
γιατί το ΄΄εν ανθρώποις ευδοκία΄΄
άνεργοι και συνταξιούχοι το κατέσχισαν.
Η Τρόικα βλέποντας κι αυτό το γεγονός,
Θέλοντας ν' αποφύγει τα χειρότερα,
κατήγγειλε την θεία φάτνη σαν αυθαίρετο,
τους μάγους σαν φοροφυγάδες
ότι κατείχαν λέει αδήλωτο χρυσό,
και τους ποιμένες σαν κουκουλοφόρους
γιατί φορούσαν λέει μαύρα σκουφιά.
Γύρισε ο Τρος Καν και τα παιδιά
που λέγαν κάλαντα στα σπίτια τους,
-φέτος τους είπε τα Χριστούγεννα αναβάλλονται.
Είναι σπατάλη είπε και τούτα τα λεφτά.
Καστρινός.
ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΤΣΙΓΑΡΟ.
Κείτονταν του θανάτου, στο φουρνοκάλυβό του ο μπάρμπα Μήτρος. Τοιμάζονταν, έρμος και μόνος για το μεγάλο αγύριστο ταξίδι. Παιδιά σκυλιά ποτέ δεν είχε, ποιός να γνοιαστεί γι' δαύτον ποιά! Κι αν ήθελε λιγάκι να φωνάξει, ούτε φωνή είχε ούτε δύναμη.
Και δεν μπορούσε να γυρίσει ούτε δώθε ούτε κείθε. Κι' απόμεινε μονάχα να κοιτάζει το κενό.
Παρ' όλα αυτά είχε τις αισθήσεις του και άκουγε σ' αυτή την ερημιά του και τον παραμικρότερο το θόρυβο. Τον αγέρα πού 'δερνε του σχολείου τους ευκάλυπτους, το σούρσιμο των ποντικιών , τη μουσική πέρα απ' το φραγκομαχαλά που έπαιζε τα κάλαντα, και τη δικιά του αποσωμένη ανάσα. Και τούτο δω τον έσκιαζε περσσότερο.
Ξάφνου , εκεί στο λήθαργο του σα ν' άκουσε πατημασιές. Ζωήρεψε και άνοιξε τα μάτια. Κάποιος έρχεται σκέφτηκε μ' ανακούφιση. Πριν όμως καλοσυνέρθει και ανοίξει τα βαρεμένα μάτια του, τα βήματα ξεμάκρυναν κι έσβησαν ψηλά κατά το μοναστήρι. 'Έριξε τότε το κεφάλι του απογοητευμένος στο προσκέφαλο κι απόμεινε έτσι κούτσουρο, σαν πριν. Μα τούτο δω το σύννεφο μπροστά του που έβλεπε τι ήταν; Ομίχλη να 'ταν; Σύννεφο τ' ουρανού; Να 'φυγε από τούτη τη ζωή και να 'φτασε ψηλά στην άλλη; « Άιντε, καλό ταξίδι Μήτρο τόσα ήτανε τα ψωμιά σου. Τράβα τώρα στον Άγιο Πέτρο να σε κρίνει ». Μα εκεί πού σταύρωνε τα χέρια του στο στήθος, του ήρθε στη μύτη εκείνη η μυρουδιά.
«Καπνός από τσιγάρο σκέφτηκε» άραγε ήτανε ακόμα ζωντανός! ΧαΧα.
Και τότε του 'ρθε η αποθυμιά ενός τσιγάρου. Ρούφηξε μια
τον αέρα με όση δύναμη είχαν τα πνεμόνια του. Αιιιι τ'απολάμβανε
'Όσο η μυρωδιά του καπνού στριφογυρνούσε μέσα στο καλύβι του θα ζούσε λέει. Τι είναι ό άνθρωπος!
Όλη του τη ζωή την πέρασε στα καπνοτόπια κι είχε ποτίσει μέχρι το συκώτι του η πίκρα και η τυράγνια του καπνού.
Μια ζωή έτσι στον παιδεμό όπως την κληρονόμησε απ' τον πατέρα του και τον παππού του, μ' αυτή την άτιμη τη φύτρα τον καπνό, που ούτε τρώγεται, ούτε καρπός γίνεται να τον γευτείς. Πίκρα και κόλλα στο ρούχο τους, στα χνώτα τους, στο κορμί και τα πνεμόνια τους.
'Έτσι, πάππου προς πάππου τούτη η κωλοζωή στο Αγγελόκαστρο.
Μια ρουφηξιά τσιγάρου κράτησε, όσο κι ετούτος ο καπνός του διαβατάρη στα πνεμόνια του!
Πόσοι σαν κι αυτόν πεθαίνουν, γέροι μόνοι κι αβοήθητοι σήμερα, χρονιάρα μέρα παραμονή των Χριστουγέννων.
Εξαντλημένος έκλεισε τα βλέφαρα. Ένα τσιγάρο να'χε ρε γαμώτο. Ένα στριφτό κωλοτσιγάρο, ότι να' τανε.
Στη σκέψη αυτή ήταν που μισάνοιξε η πόρτα.
Χρόνια πολλά παππούλη και του χρόνου. Ήτανε το παιδί απ΄ τη μουσική που μάζευε τα χρήματα.
Ένα τσιγάρο δώς μου παλληκάρι μου, ένα τσιγάρο μοναχά, και τράβηξε ένα μάτσο με λεφτά απ' το μαξιλάρι του.
Του άναψε ένα ο μουσικάντης, πήρε ένα χαρτονόμισμα απ' τα λεφτά, ευχήθηκε χρόνια πολλά κι έκανε τον κατήφορο.
Το κάπνισε όλο ο μπάρμπα Μήτρος μέχρι που κάηκε ολοκληρωτικά στο χέρι του. Και όταν έφυγε και πάει κι o καπνός κι έγινε αέρας, τότε χωρίς απελπισία σταύρωσε τα χέρια του.
Αϊ πάμε Μήτρο είπε. Και έτσι ήρεμος ξεψύχησε.
Μηνιαία Εφημερίδα Αγγελοκάστρου το ΚΑΣΤΡΟ. Καστρινός.
Βραβείο Αναγνωστών Εθνικού Κέντρου Βιβλίου στο «Όπως θα ήθελα να ζήσω» της Ελένης Πριοβόλου.
Το μυθιστόρημα «Όπως ήθελα να ζήσω» της Ελένης Πριοβόλου (εκδόσεις Καστανιώτη) κέρδισε το φετινό βραβείο Αναγνωστών που διεξήγαγε το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ). 6.239 αναγνώστες ψήφισαν με sms το αγαπημένο τους βιβλίο «Όπως ήθελα να ζήσω» της Νίτσας από τον κατάλογο δεκαπέντε μυθιστορημάτων που συγκρότησαν, τα μέλη 280 Λεσχών Ανάγνωσης στην Ελλάδα και στην Κύπρο. Είναι το τρίτο μυθιστόρημα της Νίτσας -προηγήθηκαν τα «Χάρτινα πουλιά» (2001) και το «Κρασί του έρωτα» (2005)- που δραστηριοποιείται στον χώρο της λογοτεχνίας για παιδιά και εφήβους από τα μέσα της δεκαετίας του 1980 και έχει τιμηθεί με το Βραβείο Λογοτεχνικού Βιβλίου για Μεγάλα Παιδιά του περιοδικού «Διαβάζω» το 2009. Το βραβευμένο φέτος μυθιστόρημά της πρόκειται για ένα μυθιστόρημα εποχής που εκτυλίσσεται στην Αθήνα στα τέλη του 19ου αιώνα. Φαύλοι πολιτευτές, τραμπούκοι και τραπεζίτες καθορίζουν ένα πολιτικό και οικονομικό σκηνικό το οποίο δεν διαφέρει πολύ από το σημερινό. Το βραβείο (έργο του εικαστικού Διαμαντή Αϊδίνη) θα απονεμηθεί στη νικήτρια σε εκδήλωση που θα διοργανώσουν οι Εκδόσεις Καστανιώτη τις προσεχείς ημέρες. Η Ελένη Πριοβόλου γεννήθηκε στο Αγγελόκαστρο και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες. Γράφει αναζητώντας την ευρυθμία και την καθαρότητα του λόγου. Η τάση να αναπαριστά με σύμβολα τον κόσμο τη στράτευσε στο παραμύθι, το οποίο υπηρετεί επί είκοσι τρία έτη. Έχει καταθέσει δεκαεπτά βιβλία για παιδιά και εφήβους και αυτό είναι το τρίτο μυθιστόρημα που υπογράφει για μεγάλους. Από τις Εκδόσεις Καστανιώτη κυκλοφορούν ακόμα τα εξής έργα της: Τσόκο Μπλοκ, 2010 Τσόκο Μπλοκ (ePUB), 2010 Όπως ήθελα να ζήσω, 2009 Βικτόρια - Το κορίτσι που πετάει στα σύννεφα, 2008 Το κρασί του έρωτα, 2005 Τα χάρτινα πουλιά, 2001 Ο δρόμος του μπλε φεγγαριού, 1999 Σκιούπι - Όνομα για καθωσπρέπει κλόουν, 1997 Το κόκκινο πουλί που το λέγαν φλόγα, 1997. Εφημερίδα Αγγελοκάστρου το ΚΑΣΤΡΟ. (Παραλειπόμενα) Καστρινός.
Έχει σαλτάρει ετούτη η χώρα εντελώς . Απ' το κοντομάνικο χθες στο χιόνι σήμερα.
Αυτή τη στιγμή χιονίζει στα καλά γεμάτα ακόμα και στον Πειραιά.
Σιγά τα ωά και τη μεγάλη ανακάλυψη. Λες και η τρομοκρατία είναι κάτι το καινούργιο, που τώρα έπιασε δουλειά στην πτωχευμένη πλέον χώρα μας. Και να ταν μόνο αυτή η τρομοκρατία που έτσι εύκολα την βάζουνε στο φρέσκο ειλικρινά θα ήμουν ευτυχής. Και λέω για τούτη την τρομοκρατία των τελευταίων ημερών, με τις αγροτικές τις γιάφκες (βλέπε Αγρίνιο) τα αλεξίσφαιρα γιλέκα και τα πολύχρωμα σακίδια στα κτελ. Άλλη τρομοκρατία εμένα όμως με τρομοκρατεί. Εκείνη που είναι δίπλα μας, και μας ακολουθεί σχεδόν σε κάθε βήμα, και μάλιστα χωρίς να γίνεται σχεδόν ποτέ αντιληπτή. Η βίαιη εισβολή υποκουλτούρας μέσω της τηλεόρασης στα σπίτια μας, αυτό δεν είναι μια μορφή τρομοκρατίας; Αυτή η προπαγάνδα και οι μετριότητες που μας σερβίρουν επί εικοσιτετραώρου κάθε μέρα, δεν είναι σαν αδέσποτες μολότοφ, που πλήττουν καίρια τον κοινωνικό ιστό; Και να' ταν μόνο αυτό! Άπειρες τρομοκρατικές μορφές, στη μαύρη, άθλια καθημερινότητά μας, με ένα κράτος πιο επιθετικό, πιο βάρβαρο, και περισσότερο εφιαλτικό από ποτέ. Αυτό όμως που με τρομοκρατεί πραγματικά, και βγαίνει απ' των τελευταίων ημερών τα γεγονότα, είναι η τρομοκράτηση πια μέσω των τρομοκρατών. Όταν ακούς για τέτοιου είδους παρακολουθήσεις της κρατικής ασφάλειας σε μέρη γνώριμα στον τόπο της γενέτειρας, καταλαβαίνεται το τι μας περιμένει, και μάλιστα με τακτικές όλο και πιο νόμιμες που θα επιβάλουν πια οι ξένοι κυβερνήτες μας. Που να ξαναφωνάξω στην ταβέρνα στο χωριό: Μην τη λυπάστε, πελεκάτε την! Γιατί ενώ εγώ θα εννοώ την προβατίνα την ψητή, θα συλλαμβάνομαι ότι το είπα για την τρόικα. Τίποτα αγαπητοί δεν είναι ίδιο πια με πριν. Έχουν τελειώσει πια τα ψέματα. Έχει συγχωροχάρτι πια η αντιτρομοκρατική. Θα μας πατήσει όλους κάτω σαν τα φίδια, όσους διαφωνούνε φυσικά με τις επιταγές του ντόπιου και του διεθνούς κουβέρνου. Ούτε προφήτης είμαι , ούτε τρελός. Ψήγματα ελευθερίας ψάχνω ακόμα για να βρω, κάτι σαν τούτο εδώ που λένε ΄΄ψήλους στ' άχυρα.΄΄
Εφημερίδα το ΚΑΣΤΡΟ Κώστας Καστρινός.
Σιγά τα ωά και τη μεγάλη ανακάλυψη. Λες και η τρομοκρατία είναι κάτι το καινούργιο, που τώρα έπιασε δουλειά στην πτωχευμένη πλέον χώρα μας. Και να ταν μόνο αυτή η τρομοκρατία που έτσι εύκολα την βάζουνε στο φρέσκο ειλικρινά θα ήμουν ευτυχής. Και λέω για τούτη την τρομοκρατία των τελευταίων ημερών, με τις αγροτικές τις γιάφκες (βλέπε Αγρίνιο) τα αλεξίσφαιρα γιλέκα και τα πολύχρωμα σακίδια στα κτελ. Άλλη τρομοκρατία εμένα όμως με τρομοκρατεί. Εκείνη που είναι δίπλα μας, και μας ακολουθεί σχεδόν σε κάθε βήμα, και μάλιστα χωρίς να γίνεται σχεδόν ποτέ αντιληπτή. Η βίαιη εισβολή υποκουλτούρας μέσω της τηλεόρασης στα σπίτια μας, αυτό δεν είναι μια μορφή τρομοκρατίας; Αυτή η προπαγάνδα και οι μετριότητες που μας σερβίρουν επί εικοσιτετραώρου κάθε μέρα, δεν είναι σαν αδέσποτες μολότοφ, που πλήττουν καίρια τον κοινωνικό ιστό; Και να' ταν μόνο αυτό! Άπειρες τρομοκρατικές μορφές, στη μαύρη, άθλια καθημερινότητά μας, με ένα κράτος πιο επιθετικό, πιο βάρβαρο, και περισσότερο εφιαλτικό από ποτέ. Αυτό όμως που με τρομοκρατεί πραγματικά, και βγαίνει απ' των τελευταίων ημερών τα γεγονότα, είναι η τρομοκράτηση πια μέσω των τρομοκρατών. Όταν ακούς για τέτοιου είδους παρακολουθήσεις της κρατικής ασφάλειας σε μέρη γνώριμα στον τόπο της γενέτειρας, καταλαβαίνεται το τι μας περιμένει, και μάλιστα με τακτικές όλο και πιο νόμιμες που θα επιβάλουν πια οι ξένοι κυβερνήτες μας. Που να ξαναφωνάξω στην ταβέρνα στο χωριό: Μην τη λυπάστε, πελεκάτε την! Γιατί ενώ εγώ θα εννοώ την προβατίνα την ψητή, θα συλλαμβάνομαι ότι το είπα για την τρόικα. Τίποτα αγαπητοί δεν είναι ίδιο πια με πριν. Έχουν τελειώσει πια τα ψέματα. Έχει συγχωροχάρτι πια η αντιτρομοκρατική. Θα μας πατήσει όλους κάτω σαν τα φίδια, όσους διαφωνούνε φυσικά με τις επιταγές του ντόπιου και του διεθνούς κουβέρνου. Ούτε προφήτης είμαι , ούτε τρελός. Ψήγματα ελευθερίας ψάχνω ακόμα για να βρω, κάτι σαν τούτο εδώ που λένε ΄΄ψήλους στ' άχυρα.΄΄
Εφημερίδα το ΚΑΣΤΡΟ [www.pureportals.com] ( στα παραλειπόμενα) Κώστας Καστρινός.
Μεγάλες γιορτές του Δεκέμβρη, στο έμπα του χειμώνα. Πλήθος οι δοξασίες, οι παροιμίες και τα έθιμα του λαού μας, που έχουν σχέση μ' αυτές . Συνήθως σ' αυτές έπιαναν τα πρώτα δυνατά κρύα οι πρώτες παγωνιές και χιονοπτώσεις κι έτσι ήτανε σημαδιακές για τον άνθρωπο της υπαίθρου, τον άνθρωπο που πάλευε καθημερινά με τα στοιχεία της φύσης, που ζούσε στο πετσί του τις αλλαγές του κλίματος και τον εποχών. οι γιορτές αυτές είναι τόσο συνδεδεμένες με τον ερχομό της βαρυχειμωνιάς, που ο λαός μας έλεγε σαν παροιμία: "Απ'τα Νικολοβάρβαρα αρχίζει κι ο χειμώνας" Η αγία Βαρβάρα (4 Δεκεμβρίου) θεωρείται προστάτης των παιδιών από την ευλογιά και τις άλλες εξανθηματικές αρρώστιες. Σε ορισμένα μέρη συνήθιζαν την ημέρα της γιορτής της, καθώς και σε περίοδο επιδημίας, να κάνουν μελόπιτες και να τις μοιράζουν στα σπίτια ή να τις αφήνουν σε σταυροδρόμια, ώστε αν έρθει η αρρώστια να είναι γλυκιά, ήπιας μορφής. Η συνήθεια αυτή θυμίζει ανάλογες αρχαίες προσφορές προς την Εκάτη. 5 Δεκεμβρίου, γιορτάζουμε τον Άγιο Σάββα, τον Άγιο Σάββα που "σαβανώνει" καθώς λέει το όνομά του: "Η Αγιά Βαρβάρα βαρβαρώνει, ο Άη-Σάββας σαβανώνει κι ο Άη-Νικόλας παραχώνει." Η παροιμία βέβαια αναφέρεται στο χιονιά, κατά μία άλλη όμως εκδοχή ο Άη Σάββας σαβανώνει τους νεκρούς και τους τοιμάζει για τον κάτω κόσμο, ενώ, από την άλλη, προσπαθεί να απομακρύνει το θάνατο από τους ζωντανούς, ως άγιος προστάτης και θεραπευτής. Αυτή τη μέρα σε μερικές περιοχές, συνηθίζουν να φτιάχνουν φάβα στη μνήμη του, κι όπως λέει μια λαϊκή παροιμία: "Του Άη-Σάββα, τρώνε φάβα!" Ο άγιος Νικόλαος (6 Δεκεμβρίου) είναι ο κύριος του υγρού στοιχείου και ο προστάτης των θαλασσινών, οι οποίοι με πολλούς τρόπους εκδηλώνουν την ευγνωμοσύνη τους σ' αυτόν. Στις λαϊκές παραδόσεις ο άγιος περιγράφεται με ρούχα βρεγμένα από αρμύρα, γένια που στάζουν θάλασσα και μέτωπο ιδρωμένο από την προσπάθεια του να τρέξει παντού, όπου κινδυνεύει πλεούμενο. Ο άγιος Ελευθέριος (15 Δεκεμβρίου) τιμάται με αργία από τις έγκυες γυναίκες, για να τους χαρίζει «καλή λευτεριά». Για τον ίδιο λόγο τον τιμούσαν και οι μαμές, οι οποίες μάλιστα, πηγαίνοντας στις ετοιμόγεννες, κρατούσαν για βοήθεια ένα εικονισματάκι του αγίου. Ο άγιος Μόδεστος, τέλος, που τ' όνομά του θυμίζει το μόδι (μονάδα μέτρου για τα δημητριακά παλαιότερα), θεωρείται προστάτης των βοδιών και των άλλων ζώων και οι γεωργοί τον τιμούσαν εκείνα τα χρόνια με αργία και διάφορες εκδηλώσεις (λειτουργίες κτλ.) την ημέρα της γιορτής του (16 ή 18 Δεκεμβρίου δεν είμαι σίγουρος). Η αργία τους επέτρεπε να περιποιηθούν με μεγαλύτερη φροντίδα τα ζώα τους, που κουράστηκαν τον προηγούμενο καιρό της σποράς. Με τις γιορτές αυτές και προπαντός με το Δωδεκάμερο που έρχεται κατόπιν, (Χριστούγεννα μέχρι Φώτα) χαλαρώνει ο έντονος ρυθμός της καθημερινής ζωής, παίρνοντας ένα χαρούμενο και αισιόδοξο τόνο. Παλαιότερα οι μέρες αυτές, με τις παραδοσιακές αργίες και την όλη εθιμολογία τους, έδιναν την ευκαιρία σ' όλους για διασκέδαση και κοινωνική επαφή. Σήμερα οι γιορτές, με τις σύγχρονες συνήθειες και τις επίσημες πια αργίες, δίνουν την ευκαιρία στους κατοίκους των πόλεων να βρεθούν στα πατρικά τους σπίτια κοντά στη φύση και να συνδεθούν νοσταλγικά με το παρελθόν.
Εφημερίδα το ΚΑΣΤΡΟ. Καστρινός.
Δεν ζήτησα ποτέ ψήφο και για κανέναν γιατί θεωρώ πάντα την ψήφο κάτι το ιερό και αυστηρά προσωπικό. Τούτη τη φορά όμως θα το κάνω, ( εξ άλλου τις τελευταίες εκλογές για την αυτοδιοίκηση εκεί στον τόπο μας βγήκε κανονικά στο παραεμπόριογιατί κι εγώ να μην ζητήσω έναν). Και είναι ένας ψήφος τελείως διαφορετικός, και κατ' εμέ για κάθε Αγγελοκαστρίτη επιβεβλημένος. Ο διαγωνισμός για το Βραβείο Αναγνωστών, τον οποίο διοργανώνει το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου (ΕΚΕΒΙ), είναι μια γιορτή για το βιβλίο. Δεκαπέντε Βιβλία ισότιμα μπαίνουν στη διαδικασία ψηφοφορίας για την ανάδειξη του αγαπημένου ελληνικού μυθιστορήματος της χρονιάς. πραγματικά δεν θα ήξερα πού να πρωτορίξω την ψήφο μου γιατί φέτος είχαμε πολλά ωραία βιβλία. Πέντε που διάβασα απ' τα δεκαπέντε της λίστας ήτανε όλα εξαιρετικά, και για το θέμα τους και για το ύφος της γραφής τους. Λευκό λοιπόν η αποχή; Όχι βέβαια παραφορέθηκε στις μέρες μας. Εξ άλλου έχουμε και δικό μας άνθρωπο, κι αν δεν παινέψεις το σπίτι σου θα πέσει να σε πλακώσει. Δαγκωτό λοιπόν στό βιβλίο Όπως ήθελα να ζήσω (εκδόσεις Καστανιώτη) της δικής μας της Αγγελοκαστρίτισας της Νίτσας Πριοβόλου .Εννοείτε βέβαια ότι θ' αγοράσετε και θα διαβάστε το βιβλίο. Ένα μυθιστόρημα εποχής για όλους εκείνους που έζησαν "όπως ήθελαν να ζήσουν", κληροδοτώντας στους επόμενους τους σπόρους της ουτοπίας.Τόσα μηνύματα στέλνουμε κάθε μέρα με το κινητό, ένα ακόμα επιβεβλημένο τούτη τη φορά που στην κυριολεξία ΄΄ πιάνει τόπο''. Μετράει σαν ψήφος κανονικά. (Να κι ευκαιρία γι' αυτούς που δεν ψηφίσανε για φέτος να βγάλουνε το άχτι τους, κι ήτανε πολλοί, πάνω απ' τους μισούς στο Αγγελόκαστρο.) Γράφουμε για το συγκεκριμένο βιβλίο ΒΑ 11 και το στέλνουμε στο 54160. Έχουμε δικαίωμα 1 μόνο φορά, μην στέλνετε αβέρτα δεν μετράνε. Μπείτε λοιπόν σ' αυτή τη διαδικασία μέχρι την άλλη Δευτέρα 6 του μηνός, Ποιος ξέρει αύριο μπορεί να γίνονται έτσι και οι εκλογές, τόσα έχουν δει τα μάτια μας, οπότε εσείς θα έχετε και κάποια πείρα.
Εφημερίδα το ΚΑΣΤΡΟ. Καστρινός.
Σαν σήμερα την νύχτα της 25ης Νοεμβρίου 1942, έλαβε χώρα το κορυφαίο γεγονός της Ελληνικής Εθνικής Αντίστασης του Ελληνικού λαού στην νεότερη ιστορία του. Η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου, από τις ενωμένες αντιστασιακές οργανώσεις του Ε.Α.Μ και του Ε.Δ.Ε.Σ . Έκανα ζαπινγκ στις ειδήσεις σ' όλα τα κανάλια. Καμιά αναφορά για τούτη την ιστορική στιγμή. Σαν φόρο τιμής γι' αυτό το γεγονός δημοσιεύω για πρώτη φορά το παρακάτω αφήγημα .
Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΓΟΡΓΟΠΟΤΑ ΜΟΥ.
Τα τρένα σφύριζαν πάνω από την Γέφυρα σαν διέσχιζαν την χαράδρα του Γοργοπόταμου. Οι φαντάροι με ενθουσιασμό, ξέγνοιαστοι και όλο χαρά, λες και πήγαιναν εκδρομή, γελούσαν πειράζονταν και χαιρετούσαν την μικρούλα που είχε πιάσει την πλαγιά δίπλα στην γέφυρα και χαίρονταν αυτό το πράμα που ήταν σαν πανηγύρι. Έβλεπε στα στοιβαγμένα με φαντάρους βαγόνια των τρένων την ταμπέλα « 10 άλογα & 50 Άντρες», της έρχονταν περίεργο και γελούσε.
Έπειτα ήρθε ο βομβαρδισμός. Ήταν δίπλα στην Σιδηροδρομική Γέφυρα του Γοργοπόταμου. Θα την βομβάρδιζαν! Αλλά τελικά τους ήταν πιο χρήσιμο να μείνει άθικτη η γραμμή.
Και ήρθαν έπειτα οι Ιταλοί στο χωριό και φύλαγαν την Γέφυρα. Ένα βράδυ όμως είδα δύο ξένους που μιλούσαν με νοήματα με τον πατέρα μου. Οι ξένοι στην περιοχή ποτέ δεν μου τραβούσαν την προσοχή εξάλλου το σπίτι μας εκεί στα ριζά της γέφυρας ήταν και χάνι. Όλο ξένοι περνούσαν. Τώρα μάλιστα είχε πολλούς Ιταλούς.
Που να φανταστώ τι συζητούσαν. Που να ξέρω ότι σχεδίαζαν να ρίξουν την Γέφυρα του Γοργοποτάμου. Που να ξέρα ότι ο πατέρας μου γνώριζε τον Ζέρβα προσωπικά.
Την νύχτα της 25ης Νοεμβρίου δεν κοιμόμουνα. Κανένας δεν κοιμόταν τούτη τη βραδιά. Σε μια στιγμή ακούω μια φωνή μέσα στην νύχτα να λέει. «Ρίξ' τη φωτοβολίδα να προχωρήσει ο στρατός».
Πρέπει να ήτανε το συνθηματικό. Όλη η χαράδρα έλαμψε. Σε λίγο μια τεράστια έκρηξη ακούστηκε τραντάζοντας το σπίτι απ' τα θεμέλια. Τα πιάτα έπεφταν από τα ράφια, και οι σοφάδες γέμισαν το πάτωμα. Κανείς δεν μίλαγε. Τι να έγινε! Έριξαν την γέφυρα! Τώρα τι κάνουμε ;
Την άλλη μέρα σαν ξημέρωσε .. Οι πιο πολλοί οι χωριανοί φοβήθηκαν και έφυγαν. Πήγαν σ' άλλα χωριά σε συγγενείς τους. Μα εμείς τελικά μείναμε εκεί.
Πρωτοπαλίκαρα του Ζέρβα έσφαξαν επτά Ιταλούς που φυλούσαν το δεξί φυλάκιο της Γέφυρας. Άλλοι επτά Ιταλοί κρύφτηκαν στα πηγάδια να σωθούν ήταν τα πρώτα νέα που ήρθαν το πρωί.
Μετά από λίγο ακούστηκαν βήματα. Ήρθαν και πήραν την μάνα μου και την φυλάκισαν στον Σιδηροδρομικό Σταθμό. Εγώ έμεινα σπίτι με τα αδέρφια μου, μιας κι ο πατέρας μου είχε κρυφτεί. Φοβόταν τα αντίποινα. Τους άντρες τους σκότωναν τότε και άφηναν μόνο τις γυναίκες και τα παιδιά. Οπλίστηκα με θάρρος και πήγα στον Σταθμό. Άρχισα να κλαίω και να παρακαλάω τους φύλακες να ελευθερώσουνε την μάνα μου. Οι φύλακες με λυπήθηκαν, δεν είχαν κι εντολή να την κρατήσουν κι έτσι την άφησαν ελεύθερη .
Έφτασε το μεσημέρι, και σε λίγο ακούσθηκαν τα άρβυλα από τους φαντάρους στην γέφυρα. Έτρεξα στη λότζα και σε λίγο φάνηκαν οι Ιταλοί στρατιώτες. Τους ακολουθούσαν οι δεκατρείς μελλοθάνατοι. Μπροστά ο παπάς με τα Άγιο δισκοπότηρο, πίσω ένας Έλληνας καθηγητής, δεν φορούσε χειροπέδες, και στην συνέχεια άλλοι δώδεκα Έλληνες πατριώτες. «Που τους πάνε μάνα;» Η μάνα δεν απαντούσε! Χάθηκαν περπατώντας μέσα στην χαράδρα του Γοργοπόταμου!
Πέρα μακριά απ' την γέφυρα άκουσα τους πυροβολισμούς. Πολυβόλο ήταν είπε η μάνα. Τον ήξερα αυτόν τον θόρυβο. Το άκουγα όλο το προηγούμενο βράδυ. Σε λίγο άκουσα πάλι ...; μπαμ, μπαμ.. μπαμ.. δεκατρείς πιστολιές. Ήταν η χαριστική βολή.
Σε λίγο να' σου πάλι οι Ιταλοί στο σπίτι. Ήθελαν να μεταφέρουν τους νεκρούς και έψαχναν μεταφορικό μέσο. Ήτανε τώρα η σειρά του αδελφού μου.
Πήραν τον αδελφό μου με το κάρο και τον οδήγησαν στην γέφυρα. Εκεί με κάτι χωριανούς φόρτωσαν τους νεκρούς και τους μετέφερε στο νεκροταφείο στην Λαμία κι όλους τους έριξαν σε έναν λάκκο!
Ο αδελφός μου γύρισε το βράδυ κι ήταν το κάρο πλημμυρισμένο απ' τα αίματα.
Σαν βρήκε πάλι τον ρυθμό της η ζωή οι Ιταλοί έφυγαν, και την περιοχή πλέον την κατάκλυσαν Γερμανοί που άρχισαν να χτίζουν ξανά την γέφυρα. Στην πέτρινη γέφυρα είχαν μεγάλο μπλόκο.
Η γέφυρα σε σαράντα ημέρες χτίσθηκε και μπήκε ξανά σε λειτουργία.
Έβλεπα τα εμπορικά τα τρένα να περνούν και μέσα απ' τις χαραμάδες των βαγονιών «λυσσασμένους» Γερμανούς φαντάρους να αφρίζουν, λόγω της ζέστης της Αφρικής που πολεμούσαν , όπως μας έλεγε ο πατέρας μας.
Σαν έφυγαν οι Γερμανοί με την απελευθέρωση, κανείς δεν έλειπε από την οικογένειά μας , παρόλο που βρέθηκε στο κέντρο του πολέμου. Το χάνι λειτουργούσε, πάλι όπως παλιά κι ήταν συνέχεια ανοιχτό στους ξένους. Μια μέρα είδε κάποιον με μούσι στην ταβέρνα. Η μάνα μου τον φίλεψε και του έβαλε να φάει. Ήταν μεγάλη παρέα. Σαν να φυλάγονταν από κάτι! Δεν ανέβηκε στον πάνω όροφο που του είπαν να τον φιλοξενήσουν. Φυλάγονταν! Περίεργος μου Φάνηκε. «Ποιος είναι αυτός μάνα;» «Ο Άρης είναι μην μιλάς μου είπε εκείνη». Είχε ξεκινήσει πια ο φονικός εμφύλιος ...;
Οι σπιούνοι βρήκανε την ευκαιρία να βγάλουνε τα απωθημένα τους και ο Φόβος ήτανε πολύ μεγάλος. Τα δύο αδέλφια μου χάθηκαν και τα θεωρούσαν νεκρά. Κατέβηκαν όμως κάτω στην Αθήνα για να γλυτώσουν το κακό. Οι αντάρτες που στρατολογούσαν τα μεγάλα αγόρια νόμιζαν ότι τους έκρυβα εγώ.
Μια μέρα έπιασαν την μάνα μου κάτι χωριανοί και της είπαν: «Οι αντάρτες θα το φάνε το παιδί .. δίωξτο απ' το σπίτι για να το γλιτώσεις». Να κάπως έτσι βρέθηκα εδώ σε τούτο το χωριό, που ήτανε τότε παντρεμένη μια αδερφή της μάνας μου. Παντρεύτηκα Ιούλιο του 47 κι έμεινα εδώ με τον Αντώνη μου για πάντα. Μην σώσει γιέ μου και ξανάρθουν τέτοιες εποχές.
Τούτα μου διηγούτανε μια Χειμωνιάτικη βραδιά δίπλα στη σόμπα η θειαΣτρατούλα, η γυναίκα του μοναδικού καφετζή του μπαρπαΑντώνη σ' ένα χωριό του Μπράλου κείνα τα χρόνια της στρατιωτικής θητείας μου στο φυλάκιο της γέφυρας της Παπαδιάς, μικρή απόσταση απ' το Γοργοπόταμο, σαν ανεβαίναμε τα βράδια με τα πόδια στο χωριό, κάπου μια ώρα δρόμο απ' το φυλάκιο της γέφυρας, να πάρουμε τηλέφωνο στα σπίτια μας και ν' απολαύσουμε λιγο απ' το υπέροχο κρασί του.
Καστρινός.
Κάθε χρόνο τούτη τη μέρα, θεωρώ χρέος να γράψω κάτι για εκείνη τη νύχτα που συγκλόνισε τα εφηβικά μας χρόνια. Της λευτεριάς τη νύχτα του Νοέμβρη.
ΑΝΤΙΜΝΥΜΟΣΥΝΟ.
Φόραγαν τη χακί στολή εκείνοι
κι είχαν το σαρανταπεντάρι κρεμασμένο
αντάμα δίπλα δίπλα με το θάνατο
σε λερωμένη ζώνη Α.Τ.
Έτσι έβλεπες οτ' ήτανε Δικτάτορες.
Σήμερα πώς να τους γνωρίσεις;
Κρύβουν καλά τη βία στα κοστούμια τους
που έχει την ίδια εκείνη την παλιά μορφή.
Είναι η ίδια η βία εξουσίας
που απαντάει στις αντιδράσεις του λαού.
Όταν κοιμάσαι και αυτή κοιμάται
και μόνο όταν ξυπνήσεις αντιδρά.
Μόνο που εκείνοι οι πρώτοι όμως
τον φοβόνταν τον πολίτη,
κι ετούτοι οι δεύτεροι
τον αγνοούνε συστηματικά.
Ετούτη του Πολυτεχνείου η βραδιά
δεν ειν' μνημόσυνο.
Είναι υπενθύμιση
της σύγχρονης μορφής αυταρχισμού.
Καστρινός.
ΕΚΛΙΠΑΡΟΥΣΑ ΚΑΤΕΠΕΙΓΟΥΣΑ ΑΓΓΕΛΙΑ.
Πολιτικάντης παροπλισμένος προ καιρού,
Δήμαρχος κατά φαντασία,
πρώην μεταποιητής καλοπροαίρετων ονείρων,
καταστροφέας οραμάτων,
υπεύθυνος απολεσθέντων συνειδήσεων,
συλλέκτης αγοραίων ψήφων,
επιτελάρχης διαλυμένων ισορροπιών,
στιλβωτής χρόνιων εξαρτήσεων,
μικροπωλητής πόθων και διορισμών,
συναισθημάτων καταπατητής,
έναντι οιουδήποτε τιμήματος,
ζητά κατεπειγόντος λίγους ψήφους.
Έχει να θρέψει ορφανά του φασισμού,
και να γιατρέψει μακροχρόνια ανίατα κουσούρια.
Η μούντζα που σας περισσεύει
ίσως να πιάσει λίγο τόπο εδώ.
Καλό βόλι. Καστρινός.
Όχι για να είμαι ειλικρινής τενεκέδες δεν άκουσα να χτυπάνε σήμερα Δευτέρα το πρωί που σηκώθηκα στο μετεκλογικό Αγγελόκαστρο, ούτε κλαρίνα και ζουρνάδες να βαράνε. Αυτά γινόντανε σε άλλες παμπάλαιες εποχές. Τότε αρχές του περασμένου αιώνα. Όπως μας γράφει ο Δημήτριος Λαμπίκης το 1938 σχετικά με τις εκλογές του περασμένου αιώνα, όταν εκλέγει , όπως εκλέγει, εκείνος ο συγχωριανός μας Γουλιμής, πλήρωσε κάτι χωρατατζήδες Αγγελοκαστρίτες και τη Δευτέρα το πρωί έξω απ΄ τα σπίτια των Τρικουπικών μανιωδώς βαράγαν τενεκέδες, ενώ οι δικοί του ψηφοφόροι, με γύφτικα κλαρίνα και ζουρνάδες χόρευανε στους δρόμους του Αγγελοκάστρου. Και δεν απέχει ετούτο απ΄την αλήθεια. Γιατί ο μακαρίτης ο παππούλης μου, που ήτανε κομματάρχης των Τρικούπηδων, τον έπιαναν διαόλοι, ακόμα και στις μέρες μου σαν αναφέρονταν τ' όνομα Γουλιμής. Ποιος ξέρει τι σκουριασμένο τενεκέ θα είχε φάει. Όχι σήμερα τέτοιο πράμα στο Αγγελόκαστρο δεν άκουσα. Αν θέλεις όμως την ειλικρινή μου γνώμη. Θ' άξιζε σε πολλούς, να ξανακουστούν οι τενεκέδες στο Αγγελόκαστρο.
Εφημερίδα το ΚΑΣΤΡΟ. Κώστας Καστρινός.
ΠΑΡΕΛΑΣΕΙΣ ΣΙΩΠΗΣ. Τι να παίξει φέτος η μπάντα σε παρέλαση μνήμης φτωχή, το εμβατήριο πένθους μπαλάντα σε μια μαύρη στεγνή εποχή. Ξέπνοες επισήμων παρλάτες, κι απλωμένη παντού η συμφορά, η ιστορία σηκωμένη στις πλάτες θλιβερή επιταφίου περιφορά.
Τι την θέλεις λοιπόν την επέτειο σαλτιμπάγκων θα μοιάζει γιορτή, σ΄ ένα τόπο τελειωμένο, ανέστιο σε μια χώρα με φραγμένη αορτή.
Σε μια χώρα αρχών ηλιθίων δίχως ίχνος λιγάκι ντροπής, ποιά η ανάγκη λοιπόν επετείων παρελάσεις μας πρέπουν σιωπής.
Καστρινός.
ΒΡΟΧΗ.
Μια λόγχη βροχή την ψυχή μου ματώνει
Καλοκαίρια απόψε αναπολώντας χρυσά,
διψασμένο το χώμα, αδηφάγο τη λιώνει
αγριεμένος κουρσάρος ο αέρας φυσά.
Οι φευγάτοι ορίζοντες πήραν πια τη γαλήνη
και στην ήρεμη θάλασσα τρικυμίες κυλούν,
τ' Αυγουστιάτικα βράδια, μια πληγή που δεν κλείνει
μες τον ύπνο μου μπαίνουν για απώλειες μιλούν.
Κλαίει η νύχτα το ταίρι της με βαθύ σπαραγμό
και μαζί της κι εγώ το φεγγάρι προσμένω,
που αγκαλιάζει δυο σύννεφα για να βρει λυτρωμό
από άνεμο δαίμονα, σκοτεινό μεθυσμένο.
Με ζυγώνει μια θλίψη και μου λέει βρέχει πάλι
κι ειν' το βράδυ απόψε μουσκεμένο, θολό,
μια ζάλη τρελή μου τρυπάει το κεφάλι
και μ' εκείνη απόψε όλη νύχτα μιλώ.
Η γλυκιά σου μορφή όσο πάει κι αλαργεύει
προσπαθώ να την δέσω μ' ένα όρκο ιερό,
μα του Θέρους τους έρωτες, λησμονιά τους παλεύει
και τους παίρνει μαζί του της βροχής το νερό.
Λουτράκι-Αραξοβόλι. Καστρινός.
ΒΡΟΧΗ.
Μια λόγχη βροχή την ψυχή μου ματώνει
Καλοκαίρια απόψε αναπολώντας χρυσά,
διψασμένο το χώμα, αδηφάγο τη λιώνει
αγριεμένος κουρσάρος ο αέρας φυσά.
Οι φευγάτοι ορίζοντες πήραν πια τη γαλήνη
και στην ήρεμη θάλασσα τρικυμίες κυλούν,
τ' Αυγουστιάτικα βράδια, μια πληγή που δεν κλείνει
μες τον ύπνο μου μπαίνουν για απώλειες μιλούν.
Κλαίει η νύχτα το ταίρι της με βαθύ σπαραγμό
και μαζί της κι εγώ το φεγγάρι προσμένω,
που αγκαλιάζει δυο σύννεφα για να βρει λυτρωμό
από άνεμο δαίμονα, σκοτεινό μεθυσμένο.
Με ζυγώνει μια θλίψη και μου λέει βρέχει πάλι
κι ειν' το βράδυ απόψε μουσκεμένο, θολό,
μια ζάλη τρελή μου τρυπάει το κεφάλι
και μ' εκείνη απόψε όλη νύχτα μιλώ.
Η γλυκιά σου μορφή όσο πάει κι αλαργεύει
προσπαθώ να την δέσω μ' ένα όρκο ιερό,
μα του Θέρους τους έρωτες, λησμονιά τους παλεύει
και τους παίρνει μαζί του της βροχής το νερό.
Λουτράκι-Αραξοβόλι. Καστρινός.
ΕΠΗΡΕΑΣΜΟΙ.
Δεν ξέρω τι σου είπε η βροχή
και τι ο ύπουλος βοριάς σου εξιστόρησε,
κι έγινε η μορφή σου ίδιο σύννεφο
λίγο προτού το πρωτοβρόχι εξακοντίσει.
Όμως η ψυχική διάθεση δεν καταβάλλεται
με ευτελής του φθινοπώρου επιρροές,
ούτε τα δάκρυα επωάζουν ψυχραιμία.
Ήλιο συσσωρευτή ευτυχιών-
μες την παλάμη θα σου φέρω,
σ` ένα ηλιοβασίλεμα να σου καδράρει τη μορφή ,
για να την δουν τα Καλοκαίρια και να φρίξουν.
Για όλους όμορφη να είναι η Κυριακή η φθινοπωριάτικη.
Καστρινός.
Αδέρφια ένα θα σας πω
δεν έχει η τρόικα μπέσα,
ξεχάστε τον τον Αύγουστο
και τα κεφάλια μέσα.
Καλό Φθινόπωρο. Καστρινός
![]()
ΚΑΛΑ ΠΕΡΝΑΜΕ ......
Έχω αρμυρίκια για σκεπή κρατάν τον ήλιο κι ένα ποτήρι καθαρό για να κερνάω. σκισμένη ομπρέλα βάζω γιά αντήλιο. τη φτώχεια ξεγελάω. Καλά περνάω... Σ' ένα τροχόσπιτο παλιό έχω μια πόρτα κι ένα παράθυρο, τ' αστέρια να μετράω. έκοψα στην αυλή του καλάμια κι άγρια χόρτα. τη φτώχεια ξεπερνάω. Καλά περνάω... Έχω για στρώμα το γιαλό και τα χαλίκια. το κύμα προσκεφάλι μου παντού να σεργιανάω. Τα ψάρια έχω παρέα και του βυθού τα φύκια. τη φτώχεια αψηφάω. Καλά περνάω... Κι έρωτας κοντά μου να διώχνει κάθε θλίψη, και σ' άλλους κόσμους μακρινούς να τριγυρνάμε. Το νομισματικό ταμείο εδώ έχω εγκαταλείψει τη φτώχεια την πατάμε. Καλά περνάμε...
Τελευταίες δόσεις αισιοδοξίας απ' το αραξοβόλι. Καστρινός.
ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ.
Ότι κι αν πιάσω στάχτη γίνεται και χώμα και η αλήθεια μου ξεδιάντροπα φτηνή, πως να χωρέσεις σ' ένα ψέμα μου ακόμα βγάζει σ' αδιέξοδο η ζωή μου η σκοτεινή. Ποτέ δεν θα βρεις την αλήθεια μου γυμνή. Όπου περάσω λάσπη γίνεται και σκόνη αδέσποτη συγγνώμη γι' άλλη μια φορά, του σιδερά είναι η αγάπη μου το αμόνι πού με μανία ολημερίς αδίστακτα βαρά. Ποτέ δεν έμαθα το τι σημάνει τρυφερά. Κι αν κάποτε τα μάτια μου είπαν άλλα και η καρδιά ψεύτικα λόγια και μεγάλα, έχει η ζωή μου άλλα λόγια για να πει: Ποτέ κανείς δεν βρήκε μ' έμενα προκοπή.
Για κάπου, με δώσεις αυτοκριτικής. Καστρινός.
ΠΝΙΓΜΕΝΟΣ.
Κι όλη τη θάλασσα να πιείς, τα κύματα κι αν καταπιείς, ξέρω πως πάλι άβρεχτη θα βγεις. Μα πάντα η αγάπη άλλα γεννά θάλασσες κάνει τα βουνά στη θάλασσά σου πνίγομαι ξανά.
Καστρινος.
ΝΑΥΑΓΙΣΜΕΝΑ ΟΝΕΙΡΑ ΦΕΥΓΑΤΑ.
Σκουριά σαπίζει τους αρμούς μου τα κύματα μετρώντας ένα , ένα , αναζητάει την οπτασία σου ο νους μου τα στίγματά σου ψάχνει τα χαμένα.
σε μια αμμουδιά τού νου μου, ερημική νεανική βρίσκω την όψη σου θλιμμένη σε μια εικόνα σου φθαρμένη παιδική τον κόσμο να κοιτάς απορριμμένη.
Μες της ζωής δεμένος το κατάρτι χιλιάδες μίλια έχω κάνει ναυτικά. Χωρίς σκοπό και στίγμα μες το χάρτη σε δρομολόγια του μυαλού ονειρικά. Ξερόβραχος στο πέλαγο κι απλώνω τα θέλω μου να βάλω σε σειρά, με θάλασσες κι αέρηδες μαλώνω σε ύπουλα και βρόμικα νερά . Πάνω σε κύμα εσύ ζωγραφισμένη σαν πίνακας αόρατου ζωγράφου, κι η μοίρα μου μαζί σου εκεί δεμένη να με πηγαίνει στον υγρό μου τάφο. Ναυαγισμένα όνειρα φευγάτα απόβραδο στην άκρη ενός γιαλού, κι εσύ μια απόμακρη φρεγάτα να λες είναι το SOS κάποιου τρελού.
Καστρινός.
Σε Καλοκαιρινές ερωτικές αναλαμπές.
Ο ΤΥΦΛΟΣ.
'Ο Μπάρμπα Μήτσος ο Κολιομαρίας έκανε τρία βήματα μπρός και ταλαντεύτηκε, άπλωσε τα χέρια του, βρήκε έναν τοίχο ό όποιος τον κράτησε όρθιο, και ξανάρχισε να περπατάει τρεκλίζοντας. Πότε πότε, καθώς χιμούσε το μπουρίνι μέσα στον στενό ανάμεσα στο σπίτι του Φωστήρα και του Ζαφειρομήτσου που ήταν τότε η παλιά αστυνομία τον τίναζε εμπρός και τον ανάγκαζε να κάνει μερικά βήματα πίσω για να στηριχθεί. Ύστερα άμα κόπαζε λίγο η σφοδρότητα του αέρα, σταματούσε επί τόπου και ξανάρχιζε να ταλαντεύεται στα ανισσόροπα απ' το μεθύσι πόδια του. Βάδιζε από ένστικτο προς το κονάκι του όπως τα πουλιά συνηθισμένα τραβάν για τη φωλιά τους.
Τέλος σαν αναγνώριζε που βρίσκονταν, άρχιζε να βαράει με τις γροθιές το άψυχο ντουβάρι και να φωνάζει για βοήθεια.
«Ρίτα, μουρή Ρίτα! Που είσαι μουρή καλιακούδα, θα βγάλεις μουρή του φως μη σκουτουθού »
Καθώς στηριζόταν στον τοίχο να μην πέσει, άνοιγε τότε η θειά Ρίτα του Φωστήρα ένα μικρό παραθυρόφυλλο που είχε από εκείνη τη μεριά, έβγαζε την τσιμπλολάμπα πετρελαίου στο παράθυρο, γεμίζοντας το λαμπογυάλι της βροχή.
« Να σ' μπει ο διάολος μέσα σου γκαβούλιακα, Δε ρπώνεις μη τίποτα μωρέ ξεπατωμένε. Άμα δε σώσεις τ' Κουμπουράκια του κρασί δε σκώνεσαι μη τίποτα να πας στου ρμαδιακό σου. »
Χειμώνες και Χειμώνες, ετούτο εδώ το ίδιο σκηνικό.
Όμως απόψε τούτο το άγριο δρολάπι, ήτανε ιδιαίτερα σφοδρό. Μέχρι το γόνα κατέβαινε το νερό απ΄τη σκάλα, που έβγαζε απ΄το στενό, στο δρόμο πάνω για το ψηλαλλώνι. Πώς τα κατάφερε ετούτος ο τυφλός που σ' όλα ή ζωή τον είχε αδικήσει , ο μπάρμπα Μήτσος ο Κολιομαρίας κι έφτασε στο σπίτι του, πρέπει να τον λυπήθηκε ο Παντοκράτορας απέναντι.
Καθώς στηρίχτηκε στο ένα θυρόφυλλο της ξύλινης εξώπορτας μην πέσει, η πόρτα υποχώρησε και άνοιξε, και ό μπάρμπα Μήτσος χάνοντας το στήριγμα του, μπούκαρε στο σπίτι του κουτρουβαλώντας και σωριάστηκε μπρούμυτα στη μέση του δωματίου, Την ίδια στιγμή ένιωσε κάτι βαρύ να περνάει από πάνω του και μετά να χάνεται μέσα στη νύχτα. Δεν κουνιόνταν πια, χεσμένος απ΄το φόβο του, και άρχισε να τρέμει καθώς όλα τα μυστηριώδη πράγματα των σκοταδιών, οι διάβολοι και οι τρίβολοι και φαντάσματα που αφηγούτανε ο μπάρμπα Στέλιος ο Κασιδιάρης κατά καιρούς στον Κουμπουράκια, μες το μεθύσι του ήρθανε όλα απόψε στο μυαλό.
Βλέποντας όμως ότι τίποτα δεν σάλευε πια, ήρθε κάπως στα συγκαλά του και σταυροπόδι ανακάθισε πολύ αργά. Περίμενε έτσι κάμποση ώρα και τέλος αναθαρρεύοντας φώναξε τη σκύλα του.
«Αράπου που είσαι μουρή Αράπου.»
Η σκύλα ανακαθισμένη δίπλα στο σβηστό παραγώνι και δυσαρεστημένη που της χάλασε τη γλυκιά συντροφιά με τον Γκέκα του Χρήστου του Κέφη δεν αποκρίθηκε καθόλου. Ούτε σάλευε διόλου παρά παρέμενε εκεί μες στο σκοτάδι, ενώ αυτός πάλευε να βάλει σε τάξη το μυαλό του, και τα τρεμάμενα ποδάρια του απ΄το μεθύσι.
« Που είσει Αράπου, γιατί δε κρένεις Κυράμ. »
Αφού περίμενε κι άλλο λίγο συνέχισε το βιολί του με τη ράθυμη λογική του μεθυσμένου.
« Δε τα κουπάνισα πουλυ γαμού του, αφού ξέρς δεν έχω άλουνε στου κόσμου απου σένα γιατί δε μ' κρένεις. »
Τώρα ήταν όρθιος. Άφριζε απ΄τον Θυμό του, σαν να'χε πάρει φωτιά στις φλέβες του το οινόπνευμα που είχε μέσα του. Έκανε ένα βήμα σκόνταψε σε μια καρέκλα, την άρπαξε προχώρησε λίγο ακόμα, και βρέθηκε μπροστά απ΄τη γωνιά που βρίσκονταν η σκύλα. Τότε αγρίεψε ξαναμμένος.
« Α εδώ ήσουνα πουτάνα και δεν έβγανες τσιμουδιά. » Και υψώνοντας την καρέκλα την κατέβασε με εξαγριωμένη μανία επάνω της. Ένα γρύλισμα ακούστηκε. Ένα τρομακτικό σπαρακτικό γρύλισμα. Τότε βάλθηκε να χτυπάει όπως χτυπούσανε με τον κόπανο τα ρούχα οι γυναίκες στο ρέμα που τα έπλεναν. Και σε λίγο τίποτα δεν σάλευε πια. Η καρέκλα είχε γίνει χίλια κομμάτια και μόνο το ένα ποδάρι της του απόμεινε στο χέρι πια. Τότε εξουθενωμένος απ΄την κούραση το μεθύσι και τη βιαιότητα, απλώθηκε σε ένα βρόμικο κρεβάτι που είχε δίπλα εκεί κι αποκοιμήθηκε.
Σαν έφεξε, του Μπρούμα η Αγγέλλω η γειτόνισσα, μπήκε στο σπίτι βλέποντας και την πόρτα του ανοιχτή. Βρήκε το μπάρμπα Μήτσο να ροχαλίζει στο κρεβάτι του, και τα κομμάτια σκόρπια μιας καρέκλας, ανάμεσα σ΄ένα πολτό από σάρκες κι από αίμα.
Καστρινός
Απ΄την εφημερίδα το ΚΑΣΤΡΟ.
|
Hellas Blogs: Santorini Blogs (Σαντορίνη) Fokida Blogs (Φωκίδα) Paros Blogs (Πάρος) Samos Blogs (Σάμος) Kilkis Blogs (Κιλκίς) Argolida Blogs (Αργολίδα) |